Σάτυρος
2군 변화 명사; 남성
그리스
고유
로마알파벳 전사:
고전 발음: []
신약 발음: []
기본형:
Σάτυρος
Σατύρου
형태분석:
Σατυρ
(어간)
+
ος
(어미)
뜻
- 사튀로스 (바쿠스를 따르는 숲의 신)
- 음란한 사람, 호색가
- 사튀로스를 참여시킨 연극의 일종
- satyr
- lewd person
- A type of play which had satyrs in the chorus
곡용 정보
2군 변화
위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.
현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.
- γυναικεῖοσ τὴν φύσιν, ἡμιμανήσ, ἀκράτου ἑώθεν ἀποπνέων ὁ δὲ καὶ ὅλην φατρίαν ἐσεποίησεν ἡμῖν καὶ τὸν χορὸν ἐπαγόμενοσ πάρεστι καὶ θεοὺσ ἀπέφηνε τὸν Πᾶνα καὶ τὸν Σιληνὸν καὶ Σατύρουσ, ἀγροίκουσ τινὰσ καὶ αἰπόλουσ τοὺσ πολλούσ, σκιρτητικοὺσ ἀνθρώπουσ καὶ τὰσ μορφὰσ ἀλλοκότουσ· (Lucian, Deorum concilium, (no name) 4:4)
(루키아노스, Deorum concilium, (no name) 4:4)
- ἡ μὲν γε Βακχικὴ ὄρχησισ ἐν Ιὠνίᾳ μάλιστα καὶ ἐν Πόντῳ σπουδαζομένη, καίτοι σατυρικὴ οὖσα, οὕτω κεχείρωται τοὺσ ἀνθρώπουσ τοὺσ ἐκεῖ ὥστε κατὰ τὸν τεταγμένον ἕκαστοι καιρόν, ἁπάντων ἐπιλαθόμενοι τῶν ἄλλων, κάθηνται δι’ ἡμέρασ τιτᾶνασ καὶ κορύβαντασ καὶ σατύρουσ καὶ βουκόλουσ ὁρῶντεσ. (Lucian, De saltatione, (no name) 79:3)
(루키아노스, De saltatione, (no name) 79:3)
- ὅταν σατύρουσ τοίνυν ποιῇσ, καλεῖν ἐμέ, ἵνα συμποιῶ σοὔπισθεν ἐστυκὼσ ἐγώ. (Aristophanes, Thesmophoriazusae, Prologue, iambics 1:4)
(아리스토파네스, Thesmophoriazusae, Prologue, iambics 1:4)
- μαρτυρεῖ δὲ καὶ περὶ τούτων Λυκόφρων ὁ Χαλκιδεὺσ γράψασ σατύρουσ Μενέδημον, ἐν οἷσ φησιν ὁ Σιληνὸσ πρὸσ τοὺσ σατύρουσ· (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 10, book 10, chapter 15 2:3)
(아테나이오스, The Deipnosophists, Book 10, book 10, chapter 15 2:3)