προσχωρέω
ε-contract Verb;
Transliteration:
Principal Part:
προσχωρέω
προσχωρήσομαι
Structure:
προς
(Prefix)
+
χωρέ
(Stem)
+
ω
(Ending)
Sense
- to go to, approach
- to come or go over to, come in, join
- to accede, to make concessions
- to approach, to agree with, be like
- to put faith in, believe
Conjugation
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- ἐπεὶ καὶ τοῖσ Θετταλοῖσ κατ’ ἀρχὰσ ἀφίσταντο διὰ τὸ πολεμεῖν ἔτι τοῖσ προσχώροισ, Ἀχαιοῖσ καὶ Περραιβοῖσ καὶ Μάγνησιν. (Aristotle, Politics, Book 2 203:1)
- λόγοσ δὲ περὶ τῆσ ἀμάξησ ἐκείνησ παρὰ τοῖσ προσχώροισ πολὺσ κατεῖχε, Γόρδιον εἶναι τῶν πάλαι Φρυγῶν ἄνδρα πένητα καὶ ὀλίγην εἶναι αὐτῷ γῆν ἐργάζεσθαι καὶ ζεύγη βοῶν δύο· (Arrian, Anabasis, book 2, chapter 3 2:1)
- Φίλιπποσ γὰρ παραλαβὼν ὑμᾶσ πλανήτασ καὶ ἀπόρουσ, ἐν διφθέραισ τοὺσ πολλοὺσ νέμοντασ ἀνὰ τὰ ὄρη πρόβατα ὀλίγα καὶ ὑπὲρ τούτων κακῶσ μαχομένουσ Ἰλλυριοῖσ καὶ Τριβαλλοῖσ καὶ τοῖσ ὁμόροισ Θρᾳξίν, χλαμύδασ μὲν ὑμῖν ἀντὶ τῶν διφθερῶν φορεῖν ἔδωκεν, κατήγαγε δὲ ἐκ τῶν ὀρῶν ἐσ τὰ πεδία, ἀξιομάχουσ καταστήσασ τοῖσ προσχώροισ τῶν βαρβάρων, ὡσ μὴ χωρίων ἔτι ὀχυρότητι πιστεύοντασ μᾶλλον ἢ τῇ οἰκείᾳ ἀρετῇ σώζεσθαι, πόλεών τε οἰκήτορασ ἀπέφηνε καὶ νόμοισ καὶ ἔθεσι χρηστοῖσ ἐκόσμησεν. (Arrian, Anabasis, book 7, chapter 9 2:2)
- Νουμᾶσ δὲ τὴν Ῥώμην παραλαβὼν μικρὰν καὶ ἄδοξον, ἔτι δὲ ἐν ἀλλοτρίᾳ χώρᾳ διῳκισμένην καὶ σύγκλυδασ καὶ πονηροὺσ ἔχουσαν τοὺσ ἐνοικοῦντασ, ἔτι δὲ τοῖσ προσχώροισ πᾶσιν ἐχθροὺσ καὶ πένητασ καὶ ἀγρίουσ καὶ ἐπικινδύνωσ ζῶντασ διὰ τὴν Ῥωμύλου χαλεπότητα, τήν τε γῆν αὐτοὺσ βεβαίωσ ἔχειν ἐποίησε καὶ φίλουσ εἶναι τοῖσ περιοίκοισ καὶ νόμουσ καὶ θεοὺσ καὶ πολιτείαν κατεστήσατο, καὶ πάσησ αἴτιοσ ὑπῆρξε τῆσ λεγομένησ ὕστερον εὐδαιμονίασ. (Dio, Chrysostom, Orationes, 15:1)
- τοῖσ γὰρ τὴν ἤπειρον ταύτην οἰκοῦσι, τοῖσ τε Αἰτωλοῖσ καὶ τοῖσ προσχώροισ αὐτῶν Ἀκαρνᾶσι καὶ Ἠπειρώταισ, αἱ πέλειαι καὶ τὰ ἐκ τῆσ δρυὸσ μαντεύματα μετέχειν μάλιστα ἐφαίνετο ἀληθείασ. (Pausanias, Description of Greece, , chapter 21 4:4)
Synonyms
-
to go to
-
to come or go over to
-
to put faith in
Derived
- ἀναχωρέω (to go back, to retire or withdraw, to retire from)
- ἀποχωρέω (to go from or away from, to go away, depart)
- διαχωρέω (to go through, pass through, diarrhoea)
- ἐγχωρέω (to give room, to allow, permit)
- ἐκχωρέω (to go out and away, depart, emigrate)
- ἐξαναχωρέω (to go out of the way, withdraw, retreat)
- ἐπαναχωρέω (to go back again, to retreat, return)
- ἐπιχωρέω (to give way, yield, to forgive)
- μεταχωρέω (to go to another place, to withdraw, migrate)
- παραχωρέω (to go aside, make room, give place)
- περιχωρέω (to go round, to come round to, come to in succession)
- προαποχωρέω (to go away before)
- προχωρέω (to go or come forward, advance, to go on)
- συγχωρέω (to come together, meet, to meet)
- ὑπαναχωρέω (to retire slowly)
- ὑπεκχωρέω (to withdraw or retire slowly or unnoticed, to retire and give place to, to make way for)
- ὑποχωρέω (to go back, retire, recoil)
- χωρέω (to make room for another, give way, draw back)