Ancient Greek-English Dictionary Language

πειθαρχία

First declension Noun; Feminine Transliteration:

Principal Part: πειθαρχία

Structure: πειθαρχι (Stem) + ᾱ (Ending)

Sense

  1. obedience to command

Declension

First declension

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Examples

  • Ἀγησιλάῳ μέντοι οὐδὲν κρεῖσσον ἢ μεῖζόν ἐστι τῆσ ἀναχωρήσεωσ ἐκείνησ διαπεπραγμένον, οὐδὲ γέγονε παράδειγμα πειθαρχίασ καὶ δικαιοσύνησ ἕτερον κάλλιον. (Plutarch, Agesilaus, chapter 15 4:1)
  • ὀλίγου δὲ χρόνου διελθόντοσ ἁψάμενοι μόνον τῶν πατρίων ἐθῶν καὶ καταστάντεσ εἰσ ἴχνοσ ἐκείνησ τῆσ ἀγωγῆσ, ὥσπερ παρόντι καὶ συμπολιτευομένῳ τῷ Λυκούργῳ πολλὴν ἐπίδειξιν ἀνδρείασ ἐποιοῦντο καὶ πειθαρχίασ, τὴν τῆσ Ἑλλάδοσ ἀναλαμβάνοντεσ ἡγεμονίαν τῇ Λακεδαίμονι καὶ ἀνακτώμενοι τὴν Πελοπόννησον. (Plutarch, Cleomenes, chapter 18 4:1)
  • τὸ γὰρ ἐν χερσὶ τῶν πολεμίων ὄντων φοβεῖσθαι τοὺσ ἄρχοντασ ἀνδρείασ ἅμα καὶ πειθαρχίασ σημεῖον. (Plutarch, Quomodo adolescens poetas audire debeat, chapter, section 10 18:1)
  • ἤ πειθαρχίασ ἦν μάθημα βασιλευομένουσ μὴ δυσχεραίνειν, ἀλλ’ ὥσπερ ἡ σελήνη προσέχειν ἐν ἐθέλει τῷ κρείττονι καὶ δευτερεύειν ἀεὶ παπταίνουσα πρὸσ αὐγὰσ ἠελίοιο κατὰ τὸν Παρμενίδην, οὕτω τὴν δευτέραν τάξιν ἀγαπᾶν χρωμένουσ τῷ ἡγεμόνι καὶ τῆσ ἀπ’ ἐκείνου δυνάμεωσ καὶ τιμῆσ ἀπολαύοντασ; (Plutarch, Quaestiones Romanae, section 76 2:1)
  • καὶ τοῦτο μὲν εἰρήσθω μέγα τεκμήριον πειθαρχίασ. (Xenophon, Hellenica, , chapter 2 7:4)

Synonyms

  1. obedience to command

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION