ὀχέω
ε-contract Verb;
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
ὀχέω
Structure:
ὀχέ
(Stem)
+
ω
(Ending)
Sense
- to uphold, sustain, endure, to keep playing, will maintain
- to carry
- to let, ride, to mount, to let, ride
- to have oneself carried, to be carried or borne
- to drive, ride, sail, to use in a chariot
- to ride at anchor, ride at anchor
Conjugation
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- ὧν ὁ μὲν κέρατα ἔχων καὶ ὅσον ἐξ ἡμισείασ ἐσ τὸ κάτω αἰγὶ ἐοικὼσ καὶ γένειον βαθὺ καθειμένοσ ὀλίγον τράγου διαφέρων ἐστίν, ὁ δὲ φαλακρὸσ γέρων, σιμὸσ τὴν ῥῖνα, ἐπὶ ὄνου τὰ πολλὰ ὀχούμενοσ, Λυδὸσ οὗτοσ, οἱ δὲ Σάτυροι ὀξεῖσ τὰ ὦτα, καὶ αὐτοὶ φαλακροί, κεράσται, οἱᾶ τοῖσ ἄρτι γεννηθεῖσιν ἐρίφοισ τὰ κέρατα ὑποφύεται, Φρύγεσ τινὲσ ὄντεσ· (Lucian, Deorum concilium, (no name) 4:5)
- "γινομένων δὲ τῶν Δημητρίων Ἀθήνησιν ἐγράφετο ἐπὶ τοῦ προσκηνίου ἐπὶ τῆσ Οἰκουμένησ ὀχούμενοσ. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 12, book 12, chapter 47 3:34)
- κἂν διαφυλάξῃσ τὸ μὴ σπουδάζειν ἐπὶ τοῖσ ὀνόμασι, πλουσιώτεροσ καὶ εἰσ γῆρασ ἀναφανήσῃ φρονήσεωσ οἶδα δὲ καὶ Ἡρῴδην τὸν Ἀττικὸν ῥήτορα ὀνομάζοντα τροχοπέδην τὸ διαβαλλόμενον ξύλον διὰ τῶν τροχῶν, ὅτε κατάντεισ ὁδοὺσ ὀχούμενοσ ἐπορεύετο, καίτοι Σιμαρίστου ἐν τοῖσ Συνωνύμοισ ἐποχέα τὸ ξύλον τοῦτο ἐπονομάσαντοσ. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 3, book 3, chapter 55 1:1)
- "ἐπ’ ἀστράβησ δὲ ὀχούμενοσ ἐξ Ἀργούρασ τῆσ Εὐβοίασ,6 χλανίδασ δ’ ἐπ’ ὄχου καὶ κυμβία καὶ κάδουσ ἔχων, ὧν ἐπελαμβάνοντο οἱ πεντηκοστολόγοι. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 11, book 11, chapter 63 1:7)
- καὶ τοῦ πάθουσ ἐπίσημον Ιἀσεῦσι τὸ χάραγμα τοῦ νομίσματόσ ἐστι, παῖσ ὑπὲρ δελφῖνοσ ὀχούμενοσ. (Plutarch, De sollertia animalium, chapter, section 36 16:2)
Synonyms
-
to carry
- ἐκφέρω (carry out)
- ὑπερφορέω (to carry over)
- ὑπερκομίζω (to carry over)
- ἀποπεράω (to carry over)
- ὑπερβιβάζω (to carry over)
- διαπεράω (to carry over)
- διαφορέω (to carry away, carry off)
- περικομίζω (to carry round, to go round)
- συλλαμβάνω (I take with me, carry off)
- καταφορέω (to carry down)
- εἰσφέρω (to carry into or to)
- παραφέρω (to carry beside)
- εἰσαίρω (to bring or carry in)
- προκομίζω (to be carried before)
- ἐκκομίζω (to carry out, to keep, out)
- ὑπεξάγω (to carry out from under, out of)
- ὑδροφορέω (to carry water)
- συνεκκομίζω (to carry out along with)
- προεκκομίζω (to carry out beforehand)
- ἐπεκφέρω (to carry out far)
- προάγω (to carry on or forward)
- λιθοφορέω (to carry stones)
- ὑλαγωγέω (to carry wood)
- ξυληγέω (to carry wood)
- ψηφίζω (to vote for, carry by vote)
- ἀναίρω (to lift up, carried up)
- ἀναείρω (to lift up, to carry off)
- ἀναρπάζω (to carry off, steal)
- ξυλοφορέω (to carry a stick)
- συκοφορέω (to carry figs)
- ἐκπορθέω (to carry off as plunder)
- κεραί̈ζω (to carry off as plunder)
- δᾳδοφορέω (to carry torches)
- περιφέρω (to carry to and fro)
- ἐκκομίζω (to carry out, bury)
-
to drive
-
to ride at anchor