Ancient Greek-English Dictionary Language

καθολικός

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: καθολικός καθολική καθολικόν

Structure: καθολικ (Stem) + ος (Ending)

Sense

  1. general

Examples

  • οὐδ’ ἔχει φύσιν τὸ πρᾶγμα εἰσ καθολικὴν καὶ ἔντεχνόν τινα περίληψιν πεσεῖν, οὐδ’ ὅλωσ ἐπιστήμῃ θηρατόσ ἐστιν ὁ καιρὸσ ἀλλὰ δόξῃ. (Dionysius of Halicarnassus, De Compositione Verborum, chapter 1212)
  • Τὴν δὲ πρόληψιν λέγουσιν οἱονεὶ κατάληψιν ἢ δόξαν ὀρθὴν ἢ ἔννοιαν ἢ καθολικὴν νόησιν ἐναποκειμένην, τουτέστι μνήμην τοῦ πολλάκισ ἔξωθεν φανέντοσ, οἱο͂ν τὸ Τοιοῦτόν ἐστιν ἄνθρωποσ· (Diogenes Laertius, Lives of Eminent Philosophers, I, EPIKOUROS 33:1)
  • λοιπὸν εἰπεῖν περὶ τῶν κλιμάτων, ὅπερ καὶ αὐτὸ ἔχει καθολικὴν ὑποτύπωσιν, ὁρμηθεῖσιν ἐκ τῶν γραμμῶν ἐκείνων, ἃ στοιχεῖα ἐκαλέσαμεν, λέγω δὲ τῆσ τε τὸ μῆκοσ ἀφοριζούσησ τὸ μέγιστον καὶ τῆσ τὸ πλάτοσ, μάλιστα δὲ τῆσ τὸ πλάτοσ. (Strabo, Geography, book 2, chapter 5 68:1)

Synonyms

  1. general

Related

Source: Ancient Greek entries from Wiktionary

Find this word at Wiktionary

SEARCH

MENU NAVIGATION