Ancient Greek-English Dictionary Language

ἐπίχαρτος

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: ἐπίχαρτος ἐπίχαρτος ἐπίχαρτον

Structure: ἐπιχαρτ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: e)pixai/rw

Sense

  1. feeling joy, being delighted, especially over one's enemies.
  2. exultant, triumphant

Examples

  • ἄγε νυν, πρὶν τήνδ’ ἀνακινῆσαι νόσον, ὦ ψυχὴ σκληρά, χάλυβοσ λιθοκόλλητον στόμιον παρέχουσ’, ἀνάπαυε βοήν, ὡσ ἐπίχαρτον τελέουσ’ ἀεκούσιον ἔργον. (Sophocles, Trachiniae, episode 9:1)
  • ἔθρεψεν δὲ λέοντοσ ἶ‐ νιν δόμοισ ἀγάλακτον οὕ‐ τωσ ἀνὴρ φιλόμαστον, ἐν βιότου προτελείοισ ἅμερον, εὐφιλόπαιδα καὶ γεραροῖσ ἐπίχαρτον. (Aeschylus, Agamemnon, choral, strophe 2 1:1)
  • καὶ δέομαι καὶ ἀντιβολῶ καὶ ἱκετεύω, μὴ ὑπερίδητέ με καὶ τὰσ θυγατέρασ δι’ ἔνδειαν τοῖσ ἐμαυτοῦ δούλοισ καὶ τοῖσ τούτου κόλαξιν ἐπίχαρτον γενόμενον. (Demosthenes, Speeches 41-50, 127:2)

Synonyms

  1. exultant

Related

Source: Ancient Greek entries from Wiktionary

Find this word at Wiktionary

SEARCH

MENU NAVIGATION