Ancient Greek-English Dictionary Language

ἀπεικάζω

Non-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: ἀπεικάζω

Structure: ἀπ (Prefix) + εἰκάζ (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to form from a model, to express, copy, to become like, resemble, in, likeness
  2. to express by a comparison, to be copied or expressed by likeness
  3. to liken, compare with
  4. as one may guess, to conjecture

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ἀπεικάζω ἀπεικάζεις ἀπεικάζει
Dual ἀπεικάζετον ἀπεικάζετον
Plural ἀπεικάζομεν ἀπεικάζετε ἀπεικάζουσιν*
SubjunctiveSingular ἀπεικάζω ἀπεικάζῃς ἀπεικάζῃ
Dual ἀπεικάζητον ἀπεικάζητον
Plural ἀπεικάζωμεν ἀπεικάζητε ἀπεικάζωσιν*
OptativeSingular ἀπεικάζοιμι ἀπεικάζοις ἀπεικάζοι
Dual ἀπεικάζοιτον ἀπεικαζοίτην
Plural ἀπεικάζοιμεν ἀπεικάζοιτε ἀπεικάζοιεν
ImperativeSingular ἀπείκαζε ἀπεικαζέτω
Dual ἀπεικάζετον ἀπεικαζέτων
Plural ἀπεικάζετε ἀπεικαζόντων, ἀπεικαζέτωσαν
Infinitive ἀπεικάζειν
Participle MasculineFeminineNeuter
ἀπεικαζων ἀπεικαζοντος ἀπεικαζουσα ἀπεικαζουσης ἀπεικαζον ἀπεικαζοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ἀπεικάζομαι ἀπεικάζει, ἀπεικάζῃ ἀπεικάζεται
Dual ἀπεικάζεσθον ἀπεικάζεσθον
Plural ἀπεικαζόμεθα ἀπεικάζεσθε ἀπεικάζονται
SubjunctiveSingular ἀπεικάζωμαι ἀπεικάζῃ ἀπεικάζηται
Dual ἀπεικάζησθον ἀπεικάζησθον
Plural ἀπεικαζώμεθα ἀπεικάζησθε ἀπεικάζωνται
OptativeSingular ἀπεικαζοίμην ἀπεικάζοιο ἀπεικάζοιτο
Dual ἀπεικάζοισθον ἀπεικαζοίσθην
Plural ἀπεικαζοίμεθα ἀπεικάζοισθε ἀπεικάζοιντο
ImperativeSingular ἀπεικάζου ἀπεικαζέσθω
Dual ἀπεικάζεσθον ἀπεικαζέσθων
Plural ἀπεικάζεσθε ἀπεικαζέσθων, ἀπεικαζέσθωσαν
Infinitive ἀπεικάζεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
ἀπεικαζομενος ἀπεικαζομενου ἀπεικαζομενη ἀπεικαζομενης ἀπεικαζομενον ἀπεικαζομενου

Future tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ἀπεικάσω ἀπεικάσεις ἀπεικάσει
Dual ἀπεικάσετον ἀπεικάσετον
Plural ἀπεικάσομεν ἀπεικάσετε ἀπεικάσουσιν*
OptativeSingular ἀπεικάσοιμι ἀπεικάσοις ἀπεικάσοι
Dual ἀπεικάσοιτον ἀπεικασοίτην
Plural ἀπεικάσοιμεν ἀπεικάσοιτε ἀπεικάσοιεν
Infinitive ἀπεικάσειν
Participle MasculineFeminineNeuter
ἀπεικασων ἀπεικασοντος ἀπεικασουσα ἀπεικασουσης ἀπεικασον ἀπεικασοντος
Middle
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ἀπεικάσομαι ἀπεικάσει, ἀπεικάσῃ ἀπεικάσεται
Dual ἀπεικάσεσθον ἀπεικάσεσθον
Plural ἀπεικασόμεθα ἀπεικάσεσθε ἀπεικάσονται
OptativeSingular ἀπεικασοίμην ἀπεικάσοιο ἀπεικάσοιτο
Dual ἀπεικάσοισθον ἀπεικασοίσθην
Plural ἀπεικασοίμεθα ἀπεικάσοισθε ἀπεικάσοιντο
Infinitive ἀπεικάσεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
ἀπεικασομενος ἀπεικασομενου ἀπεικασομενη ἀπεικασομενης ἀπεικασομενον ἀπεικασομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to liken

  2. as one may guess

Related

Derived

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION