Ancient Greek-English Dictionary Language

χρηστικός

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: χρηστικός χρηστική χρηστικόν

Structure: χρηστικ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: xra/omai

Sense

  1. knowing how to use, understanding the use of a
  2. useful, serviceable

Examples

  • ἔτι δὲ καὶ εἶναι κοσμητικὸν τῶν ὑπαρχόντων καὶ χρηστικόν· (Aristotle, Economics, Book 1 33:5)
  • οὐ γὰρ αἱ διαφοραὶ τούτων χρηστικὸν οἶνον ποιοῦσιν, ἀλλ’ αἱ τοῦ τρέφοντοσ ἐδάφουσ. (Pseudo-Plutarch, Placita Philosophorum, book 5, 7:1)
  • τὸ προκείμενον ἦν σοι κατασκευάσαι σαυτὸν χρηστικὸν ταῖσ προσπιπτούσαισ φαντασίαισ κατὰ φύσιν, ἐν ὀρέξει ἀναπότευκτον, ἐν δ’ ἐκκλίσει ἀπερίπτωτον, μηδέποτ’ ἀτυχοῦντα, μηδέποτε δυστυχοῦντα, ἐλεύθερον, ἀκώλυτον, ἀνανάγκαστον, συναρμόζοντα τῇ τοῦ Διὸσ διοικήσει, ταύτῃ πειθόμενον, ταύτῃ εὐαρεστοῦντα, μηδένα μεμφόμενον, μηδέν’ αἰτιώμενον, δυνάμενον εἰπεῖν τούτουσ τοὺσ στίχουσ ἐξ ὅλησ ψυχῆσ ἄγου δέ μ’, ὦ Ζεῦ, καὶ σύ γ’ ἡ Πεπρωμένη. (Epictetus, Works, book 2, 42:1)
  • τοῦτο δ’ ἐστὶ θνητὸν ζῷον χρηστικὸν φαντασίαισ λογικῶσ. (Epictetus, Works, book 3, 25:2)
  • τὸ χρηστικὸν φαντασίαισ; (Epictetus, Works, book 3, 25:10)

Synonyms

  1. knowing how to use

  2. useful

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION