- Greek-English Dictionary

Ancient Greek-English Dictionary Language

ὑγρότης?

Third declension Adjective; Transliteration: hygrotēs

Principal Part: ὑγρότης ὑγρότες

Structure: ὑγροτη (Stem) + ς (Ending)

Etym.: ὑγρός

Sense

  1. wetness, moisture
  2. pliancy, suppleness, flickering motion, lambency
  3. languor

Examples

  • ἀκολουθεῖ δὲ τῇ ἐλευθεριότητι τοῦ ἤθους ὑγρότης καὶ εὐαγωγία καὶ φιλανθρωπία καὶ τὸ εἶναι ἐλεητικὸν καὶ φιλόφιλον καὶ φιλόξενον καὶ φιλόκαλον. (Aristotle, Virtues and Vices 24:3)
  • ὑγρότης μὲν οὖν καὶ τοῖς τεθνηκόσι πάρεστι καὶ οὐκ ἐξῄρηται παντάπασιν ἐπεὶ οὐκ ἂν ἐσήπετο τὰ νεκρὰ τῶν σωμάτων, τῆς σήψεως εἰς ὑγρὸν οὔσης ἐκ ξηροῦ μεταβολῆς, μᾶλλον δ ὑγρῶν ἐν σαρκὶ φθορᾶς. (Plutarch, Aquane an ignis sit utilior, chapter, section 9 4:2)
  • φυτὰ μὲν γὰρ καὶ καρποὺς οὐχ ἡ ὑγρότης ἀναδίδωσιν ἀλλ ἡ θερμὴ ὑγρότης: (Plutarch, Aquane an ignis sit utilior, chapter, section 9 8:2)
  • "ὁ δὲ αὐχμὸς πολιωτέρους ποιεῖ, εἴτε γὰρ αὐάνσις τριχὸς ἡ πολιὰ εἴτ ἔνδεια θερμοῦ, ἡ ξηρότης μαραίνει, διὸ καὶ τὰ πιλία θᾶττον ποιεῖ πολιούς ἐκπίνεται γὰρ ἡ οἰκεία τῆς τριχὸς ὑγρότης. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 15, book 15, chapter 45 2:5)

Synonyms

  1. wetness

Related

명사

형용사

동사

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION