헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ταμιεύω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ταμιεύω

형태분석: ταμιεύ (어간) + ω (인칭어미)

어원: tami/as

  1. 조종하다, 제압하다, 주무르다, 두르다, 몰다, 지배하다
  2. 관리하다, 만지다, 꾸리다, 잡다
  1. to be controller, to be treasurer, paymaster, to be paymaster of
  2. to be quaestor
  3. to deal out, dispense, we have, dealt out, to control
  4. to regulate, manage, governed or possessed
  5. to store up, she was the depository of

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ταμιεύω

ταμιεύεις

ταμιεύει

쌍수 ταμιεύετον

ταμιεύετον

복수 ταμιεύομεν

ταμιεύετε

ταμιεύουσιν*

접속법단수 ταμιεύω

ταμιεύῃς

ταμιεύῃ

쌍수 ταμιεύητον

ταμιεύητον

복수 ταμιεύωμεν

ταμιεύητε

ταμιεύωσιν*

기원법단수 ταμιεύοιμι

ταμιεύοις

ταμιεύοι

쌍수 ταμιεύοιτον

ταμιευοίτην

복수 ταμιεύοιμεν

ταμιεύοιτε

ταμιεύοιεν

명령법단수 ταμίευε

ταμιευέτω

쌍수 ταμιεύετον

ταμιευέτων

복수 ταμιεύετε

ταμιευόντων, ταμιευέτωσαν

부정사 ταμιεύειν

분사 남성여성중성
ταμιευων

ταμιευοντος

ταμιευουσα

ταμιευουσης

ταμιευον

ταμιευοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ταμιεύομαι

ταμιεύει, ταμιεύῃ

ταμιεύεται

쌍수 ταμιεύεσθον

ταμιεύεσθον

복수 ταμιευόμεθα

ταμιεύεσθε

ταμιεύονται

접속법단수 ταμιεύωμαι

ταμιεύῃ

ταμιεύηται

쌍수 ταμιεύησθον

ταμιεύησθον

복수 ταμιευώμεθα

ταμιεύησθε

ταμιεύωνται

기원법단수 ταμιευοίμην

ταμιεύοιο

ταμιεύοιτο

쌍수 ταμιεύοισθον

ταμιευοίσθην

복수 ταμιευοίμεθα

ταμιεύοισθε

ταμιεύοιντο

명령법단수 ταμιεύου

ταμιευέσθω

쌍수 ταμιεύεσθον

ταμιευέσθων

복수 ταμιεύεσθε

ταμιευέσθων, ταμιευέσθωσαν

부정사 ταμιεύεσθαι

분사 남성여성중성
ταμιευομενος

ταμιευομενου

ταμιευομενη

ταμιευομενης

ταμιευομενον

ταμιευομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • πρὸσ δὴ ταῦτα, ὦγαθέ, ταμιεύου τἀργύριον καὶ φύλαττε, ὡσ οἴκοι καὶ κατὰ πολλὴν ἀσφάλειαν ταῦτα ποιεῖν καὶ πάσχειν ἔχῃσ. (Lucian, Adversus indoctum et libros multos ementem, (no name) 25:7)

    (루키아노스, Adversus indoctum et libros multos ementem, (no name) 25:7)

  • οὐ καὶ τἄνδον χρήματα πάντωσ ἡμεῖσ ταμιεύομεν ὑμῖν; (Aristophanes, Lysistrata, Agon, epirrheme13)

    (아리스토파네스, Lysistrata, Agon, epirrheme13)

  • καλλίστη κόρη, ἥπερ ταμιεύει τὸν κεραυνὸν τοῦ Διὸσ καὶ τἄλλ’ ἁπαξάπαντα, τὴν εὐβουλίαν τὴν εὐνομίαν τὴν σωφροσύνην τὰ νεώρια, τὴν λοιδορίαν τὸν κωλακρέτην τὰ τριώβολα. (Aristophanes, Birds, Lyric-Scene, antistrophe 1 2:13)

    (아리스토파네스, Birds, Lyric-Scene, antistrophe 1 2:13)

  • ἅπαντά γ’ ἆρ’ αὐτῷ ταμιεύει; (Aristophanes, Birds, Lyric-Scene, antistrophe 1 2:14)

    (아리스토파네스, Birds, Lyric-Scene, antistrophe 1 2:14)

  • "ἐπεὶ δ’ ὁρίζονται τὴν φωνὴν οἱ ἄριστοι γραμματικοὶ ἀέρα πεπληγμένον αἰσθητὸν ἀκοῇ, ἐτυγχάνομέν τε χθὲσ ἐζητηκότεσ περὶ γραμματικῆσ, ὡσ τέχνησ ἐπιτηδείου γράμμασι τὰσ φωνὰσ δημιουργεῖν καὶ ταμιεύειν τῇ ἀναμνήσει, ἴδωμεν τίσ μετὰ ταύτην δευτέρα πρέπουσα φωνῇ ἐπιστήμη. (Pseudo-Plutarch, De musica, section 2 1:6)

    (위 플루타르코스, De musica, section 2 1:6)

유의어

  1. 관리하다

관련어

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION