헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

συνοράω

α 축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: συνοράω συνόψομαι συνεῖδον

형태분석: συν (접두사) + ὁρά (어간) + ω (인칭어미)

어원: cf. su/noida

  1. to see together or at the same time
  2. to see in one view, see at a glance, to take a general view

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συνόρω

συνόρᾳς

συνόρᾳ

쌍수 συνόρᾱτον

συνόρᾱτον

복수 συνόρωμεν

συνόρᾱτε

συνόρωσιν*

접속법단수 συνόρω

συνόρῃς

συνόρῃ

쌍수 συνόρητον

συνόρητον

복수 συνόρωμεν

συνόρητε

συνόρωσιν*

기원법단수 συνόρῳμι

συνόρῳς

συνόρῳ

쌍수 συνόρῳτον

συνορῷτην

복수 συνόρῳμεν

συνόρῳτε

συνόρῳεν

명령법단수 συνο͂ρᾱ

συνορᾶτω

쌍수 συνόρᾱτον

συνορᾶτων

복수 συνόρᾱτε

συνορῶντων, συνορᾶτωσαν

부정사 συνόρᾱν

분사 남성여성중성
συνορων

συνορωντος

συνορωσα

συνορωσης

συνορων

συνορωντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συνόρωμαι

συνόρᾳ

συνόρᾱται

쌍수 συνόρᾱσθον

συνόρᾱσθον

복수 συνορῶμεθα

συνόρᾱσθε

συνόρωνται

접속법단수 συνόρωμαι

συνόρῃ

συνόρηται

쌍수 συνόρησθον

συνόρησθον

복수 συνορώμεθα

συνόρησθε

συνόρωνται

기원법단수 συνορῷμην

συνόρῳο

συνόρῳτο

쌍수 συνόρῳσθον

συνορῷσθην

복수 συνορῷμεθα

συνόρῳσθε

συνόρῳντο

명령법단수 συνόρω

συνορᾶσθω

쌍수 συνόρᾱσθον

συνορᾶσθων

복수 συνόρᾱσθε

συνορᾶσθων, συνορᾶσθωσαν

부정사 συνόρᾱσθαι

분사 남성여성중성
συνορωμενος

συνορωμενου

συνορωμενη

συνορωμενης

συνορωμενον

συνορωμενου

미래 시제

미완료(Imperfect) 시제

단순 과거(Aorist) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ὅμωσ δὲ θαυμάζω τῶν ἀξιούντων τὸν ἀέρα, ψυχρὸν εἶναι διὰ τὸ καὶ σκοτεινόν, εἰ μὴ συνορῶσιν ἑτέρουσ ἀξιοῦντασ θερμὸν εἶναι διὰ τὸ καὶ κοῦφον. (Plutarch, De primo frigido, chapter, section 141)

    (플루타르코스, De primo frigido, chapter, section 141)

  • "οἱ μὲν οὖν τὰ βούγλωσσα καταμιγνύντεσ εἰσ τὸν οἶνον καὶ τοῖσ ἀποβρέγμασι τῶν περιστερεώνων καὶ ἀδιάντων τὰ ἐδάφη ῥαίνοντεσ, ὡσ τούτων τινὰ τοῖσ ἑστιωμένοισ εὐθυμίαν καὶ φιλοφροσύνην ἐνδιδόντων, ἀπομιμούμενοι τὴν Ὁμηρικὴν Ἑλένην ὑποφαρμάττουσαν τὸν ἄκρατον, οὐ συνορῶσιν ὅτι κἀκεῖνοσ ὁ μῦθοσ ἐκπεριελθὼν ἀπ’ Αἰγύπτου μακρὰν ὁδὸν εἰσ λόγουσ ἐπιεικεῖσ καὶ πρέποντασ ἐτελεύτησεν ἡ γὰρ Ἑλένη πίνουσιν αὐτοῖσ διηγεῖται περὶ τοῦ Ὀδυσσέωσ· (Plutarch, Quaestiones Convivales, book 1, 11:3)

    (플루타르코스, Quaestiones Convivales, book 1, 11:3)

유의어

  1. to see together or at the same time

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION