헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

προκαθοράω

α 축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: προκαθοράω προκατόψομαι

형태분석: προ (접두사) + κατ (접두사) + ὁρά (어간) + ω (인칭어미)

  1. to examine beforehand, to reconnoitre

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προκαθόρω

προκαθόρᾳς

προκαθόρᾳ

쌍수 προκαθόρᾱτον

προκαθόρᾱτον

복수 προκαθόρωμεν

προκαθόρᾱτε

προκαθόρωσιν*

접속법단수 προκαθόρω

προκαθόρῃς

προκαθόρῃ

쌍수 προκαθόρητον

προκαθόρητον

복수 προκαθόρωμεν

προκαθόρητε

προκαθόρωσιν*

기원법단수 προκαθόρῳμι

προκαθόρῳς

προκαθόρῳ

쌍수 προκαθόρῳτον

προκαθορῷτην

복수 προκαθόρῳμεν

προκαθόρῳτε

προκαθόρῳεν

명령법단수 προκαθο͂ρᾱ

προκαθορᾶτω

쌍수 προκαθόρᾱτον

προκαθορᾶτων

복수 προκαθόρᾱτε

προκαθορῶντων, προκαθορᾶτωσαν

부정사 προκαθόρᾱν

분사 남성여성중성
προκαθορων

προκαθορωντος

προκαθορωσα

προκαθορωσης

προκαθορων

προκαθορωντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προκαθόρωμαι

προκαθόρᾳ

προκαθόρᾱται

쌍수 προκαθόρᾱσθον

προκαθόρᾱσθον

복수 προκαθορῶμεθα

προκαθόρᾱσθε

προκαθόρωνται

접속법단수 προκαθόρωμαι

προκαθόρῃ

προκαθόρηται

쌍수 προκαθόρησθον

προκαθόρησθον

복수 προκαθορώμεθα

προκαθόρησθε

προκαθόρωνται

기원법단수 προκαθορῷμην

προκαθόρῳο

προκαθόρῳτο

쌍수 προκαθόρῳσθον

προκαθορῷσθην

복수 προκαθορῷμεθα

προκαθόρῳσθε

προκαθόρῳντο

명령법단수 προκαθόρω

προκαθορᾶσθω

쌍수 προκαθόρᾱσθον

προκαθορᾶσθων

복수 προκαθόρᾱσθε

προκαθορᾶσθων, προκαθορᾶσθωσαν

부정사 προκαθόρᾱσθαι

분사 남성여성중성
προκαθορωμενος

προκαθορωμενου

προκαθορωμενη

προκαθορωμενης

προκαθορωμενον

προκαθορωμενου

미래 시제

미완료(Imperfect) 시제

단순 과거(Aorist) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

파생어

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION