συνοικία
1군 변화 명사; 여성
자동번역
로마알파벳 전사:
고전 발음: []
신약 발음: []
기본형:
συνοικία
형태분석:
συνοικι
(어간)
+
ᾱ
(어미)
뜻
- 정착, 확립, 틀, 홍보
- 별채
- living with her
- a body of people living together, a settlement, community
- a house in which several families live, a house divided into flats
- a back-room, outhouse
곡용 정보
1군 변화
위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.
현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.
- τούτου δ’ οὐδέν τι λειπόμενον ἔργον ἀρετῇ καὶ χρόνοισ ὕστερον πολλοῖσ ἐπράχθη ταῖσ Χίων γυναιξίν, ὁπηνίκα Φίλιπποσ ὁ Δημητρίου πολιορκῶν τὴν πόλιν ἐκήρυξε κήρυγμα βάρβαρον καὶ ὑπερήφανον, ἀφίστασθαι τοὺσ οἰκέτασ πρὸσ ἑαυτὸν ἐπ’ ἐλευθερίᾳ καὶ γάμῳ τῆσ κεκτημένησ, ὡσ συνοικιῶν αὐτοὺσ ταῖσ τῶν δεσποτῶν γυναιξί. (Plutarch, Mulierum virtutes, 3:2)
(플루타르코스, Mulierum virtutes, 3:2)
- ὁπηνίκα Φίλιπποσ ὁ Δημητρίου πολιορκῶν τὴν πόλιν ἐκήρυξε κήρυγμα βάρβαρον καὶ ὑπερήφανον, ἀφίστασθαι τοὺσ οἰκέτασ πρὸσ ἑαυτὸν ἐπ’ ἐλευθερίᾳ καὶ γάμῳ τῆσ κεκτημένησ, ὡσ συνοικιῶν αὐτοὺσ ταῖσ τῶν δεσποτῶν γυναιξί. (Plutarch, Mulierum virtutes, 10:1)
(플루타르코스, Mulierum virtutes, 10:1)
- ὁ μὲν δὴ φιλοχρήματοσ δαίμων χρυσοῦ καὶ ἀργύρου καὶ γῆσ καὶ βοσκημάτων καὶ συνοικιῶν καὶ πάσησ κτήσεωσ ἐραστήσ. (Dio, Chrysostom, Orationes, 105:2)
(디오, 크리소토모스, 연설, 105:2)