Ancient Greek-English Dictionary Language

πολυπράγμων

Third declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: πολυπράγμων πολυπράγμον

Structure: πολυπραγμων (Stem)

Etym.: pra=gma

Sense

  1. busy after many things, over-busy, meddlesome, officious, a busybody, the restless

Examples

  • κωμῳδεῖσθαι γὰρ ἐκώλυσε τοὺσ πολίτασ πλὴν μοιχοὺσ καὶ πολυπράγμονασ. (Plutarch, De curiositate, section 8 1:8)
  • τοὺσ δὲ πολυπράγμονασ ἴδοισ ἂν ὑπὸ παντὸσ ὁμοίωσ θεάματοσ τραχηλιζομένουσ καὶ περιαγομένουσ ὅταν ἔθοσ καὶ μελέτη γένηται τῆσ ὄψεωσ αὐτοῖσ πανταχοῦ διαφορουμένησ. (Plutarch, De curiositate, section 12 1:2)
  • καὶ τοῦτ’ οὖν οὐκ ἄχρηστόν ἐστιν ἐννοεῖν τοὺσ πολυπράγμονασ ἀσ, ὅπωσ αἰσχύνωνται τὴν πρὸσ τοὺσ μισουμένουσ μάλιστα καὶ δυσχεραινομένουσ ὁμοιότητα καὶ συγγένειαν τοῦ ἐπιτηδεύματοσ. (Plutarch, De curiositate, section 16 2:4)
  • κωμῳδεῖσθαι γὰρ ἐκώλυσε τοὺσ πολίτασ πλὴν μοιχοὺσ καὶ πολυπράγμονασ. (Plutarch, De curiositate, section 8 3:2)
  • ὅμωσ δ’ οὖν ὁ Φωκίων καὶ φυγῆσ ἀπήλλαξε πολλούσ δεηθεὶσ τοῦ Ἀντιπάτρου, καὶ φεύγουσι διεπράξατο μὴ καθάπερ οἱ λοιποὶ τῶν μεθισταμένων ὑπὲρ τὰ Κεραύνια ὄρη καὶ τὸν Ταίναρον ἐκπεσεῖν τῆσ Ἑλλάδοσ, ἀλλὰ ἐν Πελοποννήσῳ κατοικεῖν, ὧν καὶ Ἁγνωνίδησ ἦν ὁ συκοφάντησ, ἐπιμελόμενοσ δὲ τῶν κατὰ τὴν πόλιν πρᾴωσ καὶ νομίμωσ τοὺσ μὲν ἀστείουσ καὶ χαρίεντασ ἐν ταῖσ ἀρχαῖσ ἀεὶ συνεῖχε, τοὺσ δὲ πολυπράγμονασ καὶ νεωτεριστάσ, αὐτῷ τῷ μὴ ἄρχειν μηδὲ θορυβεῖν ἀπομαραινομένουσ, ἐδίδαξε φιλοχωρεῖν καὶ ἀγαπᾶν γεωργοῦντασ. (Plutarch, chapter 29 3:1)

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION