Ancient Greek-English Dictionary Language

πολυάνθρωπος

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: πολυάνθρωπος πολυάνθρωπον

Structure: πολυανθρωπ (Stem) + ος (Ending)

Sense

  1. full of people, populous
  2. much-frequented, crowded
  3. numerous

Examples

  • δίωκε δὲ τὰ πολυανθρωπότατα τῶν χωρίων, καὶ ἐν αὐτοῖσ τούτοισ μόνοσ καὶ ἀκοινώνητοσ εἶναι θέλε μὴ φίλον, μὴ ξένον προσιέμενοσ· (Lucian, Vitarum auctio, (no name) 10:5)
  • τὰ γὰρ μαχιμώτατα τῶν Ἰταλικῶν ἐθνῶν καὶ πολυανθρωπότατα κατὰ τῆσ Ῥώμησ συνέστησαν καὶ μικρὸν ἐδέησαν συγχέαι τὴν ἡγεμονίαν, οὐ μόνον ὅπλοισ ἐρρωμένα καὶ σώμασιν, ἀλλὰ καὶ τόλμαισ στρατηγῶν καὶ δεινότησι χρησάμενα θαυμασταῖσ καὶ ἀντιπάλοισ. (Plutarch, Caius Marius, chapter 32 3:2)
  • ἣ τέτραπται μὲν εἰσ τὸ Σικελικὸν πέλαγοσ, νεύει δὲ πρὸσ τοὺσ κατὰ τὴν Ἑλλάδα τόπουσ, ἔχει δὲ τῶν τε βαρβάρων ἐθνῶν τὰ πολυανθρωπότατα καὶ τῶν Ἑλληνίδων πόλεων τὰσ ἐπιφανεστάτασ. (Polybius, Histories, book 10, i. res italiae 2:1)

Synonyms

  1. full of people

  2. numerous

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION