Ancient Greek-English Dictionary Language

κρυπτός

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: κρυπτός κρυπτή κρυπτόν

Structure: κρυπτ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: kru/ptw의 분사형,

Sense

  1. concealed, private, hidden, secret

Examples

  • καλέσασαν δέ μιν Αἰγυπτίων τοὺσ μάλιστα μεταιτίουσ τοῦ φόνου ᾔδεε πολλοὺσ ἱστιᾶν, δαινυμένοισι δὲ ἐπεῖναι τὸν ποταμὸν δι’ αὐλῶνοσ κρυπτοῦ μεγάλου. (Herodotus, The Histories, book 2, chapter 100 4:2)
  • τοῦ λιμένοσ δὲ οὐ πόρρω τοῦ Κρυπτοῦ θέατρόν ἐστι θέασ ἄξιον, κατὰ τὸ Ἐπιδαυρίων μάλιστα μέγεθοσ καὶ ἐργασίαν τὴν λοιπήν. (Pausanias, Description of Greece, , chapter 29 16:1)
  • ἄνθρωπε, εἴ τισ εἶ, καὶ μόνοσ περιπάτησον καὶ σαυτῷ λάλησον καὶ μὴ ἐν τῷ χορῷ κρύπτου. (Epictetus, Works, book 3, 2:1)

Synonyms

  1. concealed

Derived

Similar forms

Source: Ancient Greek entries from Wiktionary

Find this word at Wiktionary

SEARCH

MENU NAVIGATION