Ancient Greek-English Dictionary Language

κρᾶσις

Third declension Noun; Feminine 자동번역 Transliteration:

Principal Part: κρᾶσις κράσεως

Structure: κρασι (Stem) + ς (Ending)

Etym.: kera/nnumi

Sense

  1. mixture, compound, union
  2. temperature, climate
  3. temperament
  4. (grammar) crasis (e.g. τὸ ἔλαιον > τοὔλαιον)

Declension

Third declension

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Examples

  • καὶ λέγω τοῦτο ἔτι περὶ τῶν ἀνδρείων, ὡσ οὐδὲ ταῦτα πᾶσιν ἴσα ἢ ὅμοια οὔτε τῇ κράσει οὔτε τῇ συστάσει. (Lucian, Abdicatus, (no name) 27:2)
  • τοιαύτην δὴ δύναμιν ἐχόντων τῶν τῆσ λέξεωσ μορίων ἐπειδὴ μεταθεῖναι τὴν ἑκάστου φύσιν οὐχ οἱο͂́ν τε, λείπεται τὸ τῇ μίξει καὶ κράσει καὶ παραθέσει συγκρύψαι τὴν παρακολουθοῦσαν αὐτῶν τισιν ἀτοπίαν, τραχέσι λεῖα μίσγοντα καὶ σκληροῖσ μαλακὰ καὶ κακοφώνοισ εὔφωνα καὶ δυσεκφόροισ εὐπρόφορα καὶ βραχέσι μακρά, καὶ τἆλλα τὸν αὐτὸν τρόπον εὐκαίρωσ συντιθέντα καὶ μήτ’ ὀλιγοσύλλαβα πολλὰ ἑξῆσ λαμβάνοντα κόπτεται γὰρ ἡ ἀκρόασισ μήτε πολυσύλλαβα πλείω τῶν ἱκανῶν, μηδὲ δὴ ὁμοιότονα παρ’ ὁμοιοτόνοισ μηδ’ ὁμοιόχρονα παρ’ ὁμοιοχρόνοισ. (Dionysius of Halicarnassus, De Compositione Verborum, chapter 124)
  • τὸ δὲ μὴ εἰλικρινῶσ αὐτῆσ βραχὺ καὶ ἅμα τὸ ἐν τῇ κράσει τῶν γραμμάτων δυσεκφόρητον ἀναβολήν τε ποιεῖ καὶ ἐγκοπὴν τῆσ ἁρμονίασ. (Dionysius of Halicarnassus, De Compositione Verborum, chapter 2243)
  • "παρατίθεται δ’ αὐτοῖσ ἀβαμβάκευτα τῇ κράσει καθ’ ἕκαστα τῶν νενομισμένων. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 4, book 4, chapter 22 2:5)
  • ἀλλ’ ἐοίκεν ἡ τῆσ ψυχῆσ ἀτονία σώματοσ κράσει καὶ πρὸσ ἀλέαν κακῶσ πεφυκυίᾳ καὶ πρὸσ κρύοσ· (Plutarch, De vitioso pudore, section 181)

Synonyms

  1. temperament

Related

Source: Ancient Greek entries from Wiktionary

Find this word at Wiktionary

SEARCH

MENU NAVIGATION