헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

κρᾶσις

3군 변화 명사; 여성 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: κρᾶσις κράσεως

형태분석: κρασι (어간) + ς (어미)

어원: kera/nnumi

  1. 연합, 화합물, 동맹, 성교
  2. 온도, 기후, 날씨
  3. 성격, 경향
  1. mixture, compound, union
  2. temperature, climate
  3. temperament
  4. (grammar) crasis (e.g. τὸ ἔλαιον > τοὔλαιον)

곡용 정보

3군 변화
단수 쌍수 복수
주격 κρᾶσις

연합이

κράσει

연합들이

κράσεις

연합들이

속격 κράσεως

연합의

κράσοιν

연합들의

κράσεων

연합들의

여격 κράσει

연합에게

κράσοιν

연합들에게

κράσεσιν*

연합들에게

대격 κράσιν

연합을

κράσει

연합들을

κράσεις

연합들을

호격 κράσι

연합아

κράσει

연합들아

κράσεις

연합들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • καὶ λέγω τοῦτο ἔτι περὶ τῶν ἀνδρείων, ὡσ οὐδὲ ταῦτα πᾶσιν ἴσα ἢ ὅμοια οὔτε τῇ κράσει οὔτε τῇ συστάσει. (Lucian, Abdicatus, (no name) 27:2)

    (루키아노스, Abdicatus, (no name) 27:2)

  • τοιαύτην δὴ δύναμιν ἐχόντων τῶν τῆσ λέξεωσ μορίων ἐπειδὴ μεταθεῖναι τὴν ἑκάστου φύσιν οὐχ οἱο͂́ν τε, λείπεται τὸ τῇ μίξει καὶ κράσει καὶ παραθέσει συγκρύψαι τὴν παρακολουθοῦσαν αὐτῶν τισιν ἀτοπίαν, τραχέσι λεῖα μίσγοντα καὶ σκληροῖσ μαλακὰ καὶ κακοφώνοισ εὔφωνα καὶ δυσεκφόροισ εὐπρόφορα καὶ βραχέσι μακρά, καὶ τἆλλα τὸν αὐτὸν τρόπον εὐκαίρωσ συντιθέντα καὶ μήτ’ ὀλιγοσύλλαβα πολλὰ ἑξῆσ λαμβάνοντα κόπτεται γὰρ ἡ ἀκρόασισ μήτε πολυσύλλαβα πλείω τῶν ἱκανῶν, μηδὲ δὴ ὁμοιότονα παρ’ ὁμοιοτόνοισ μηδ’ ὁμοιόχρονα παρ’ ὁμοιοχρόνοισ. (Dionysius of Halicarnassus, De Compositione Verborum, chapter 124)

    (디오니시오스, De Compositione Verborum, chapter 124)

  • τὸ δὲ μὴ εἰλικρινῶσ αὐτῆσ βραχὺ καὶ ἅμα τὸ ἐν τῇ κράσει τῶν γραμμάτων δυσεκφόρητον ἀναβολήν τε ποιεῖ καὶ ἐγκοπὴν τῆσ ἁρμονίασ. (Dionysius of Halicarnassus, De Compositione Verborum, chapter 2243)

    (디오니시오스, De Compositione Verborum, chapter 2243)

  • "παρατίθεται δ’ αὐτοῖσ ἀβαμβάκευτα τῇ κράσει καθ’ ἕκαστα τῶν νενομισμένων. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 4, book 4, chapter 22 2:5)

    (아테나이오스, The Deipnosophists, Book 4, book 4, chapter 22 2:5)

  • ἀλλ’ ἐοίκεν ἡ τῆσ ψυχῆσ ἀτονία σώματοσ κράσει καὶ πρὸσ ἀλέαν κακῶσ πεφυκυίᾳ καὶ πρὸσ κρύοσ· (Plutarch, De vitioso pudore, section 181)

    (플루타르코스, De vitioso pudore, section 181)

유의어

  1. 성격

출처: Wiktionary 고전 그리스어 단어 목록

이 단어를 Wiktionary에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION