헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

γέλοιος

1/2군 변화 형용사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: γέλοιος

형태분석: γελοι (어간) + ος (어미)

어원: gela/w

  1. 가소로운, 우스운
  1. causing laughter, laughable, jests
  2. causing laughter, ridiculous

곡용 정보

1/2군 변화
남성 여성 중성
단수주격 γέλοιος

가소로운 (이)가

γέλοια

가소로운 (이)가

γέλοιον

가소로운 (것)가

속격 γελοίου

가소로운 (이)의

γελοίᾱς

가소로운 (이)의

γελοίου

가소로운 (것)의

여격 γελοίῳ

가소로운 (이)에게

γελοίᾱͅ

가소로운 (이)에게

γελοίῳ

가소로운 (것)에게

대격 γέλοιον

가소로운 (이)를

γέλοιαν

가소로운 (이)를

γέλοιον

가소로운 (것)를

호격 γέλοιε

가소로운 (이)야

γέλοια

가소로운 (이)야

γέλοιον

가소로운 (것)야

쌍수주/대/호 γελοίω

가소로운 (이)들이

γελοίᾱ

가소로운 (이)들이

γελοίω

가소로운 (것)들이

속/여 γελοίοιν

가소로운 (이)들의

γελοίαιν

가소로운 (이)들의

γελοίοιν

가소로운 (것)들의

복수주격 γέλοιοι

가소로운 (이)들이

γέλοιαι

가소로운 (이)들이

γέλοια

가소로운 (것)들이

속격 γελοίων

가소로운 (이)들의

γελοιῶν

가소로운 (이)들의

γελοίων

가소로운 (것)들의

여격 γελοίοις

가소로운 (이)들에게

γελοίαις

가소로운 (이)들에게

γελοίοις

가소로운 (것)들에게

대격 γελοίους

가소로운 (이)들을

γελοίᾱς

가소로운 (이)들을

γέλοια

가소로운 (것)들을

호격 γέλοιοι

가소로운 (이)들아

γέλοιαι

가소로운 (이)들아

γέλοια

가소로운 (것)들아

원급 비교급 최상급
형용사 γέλοιος

γελοίου

가소로운 (이)의

γελοιώτερος

γελοιωτέρου

더 가소로운 (이)의

γελοιώτατος

γελοιωτάτου

가장 가소로운 (이)의

부사 γελοίως

γελοιώτερον

γελοιώτατα

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • πῶσ γὰρ οὐ γελοῖοι μὲν πλουτοῦντεσ αὐτοὶ καὶ τὰσ πορφυρίδασ προφαίνοντεσ καὶ τοὺσ δακτυλίουσ προτείνοντεσ καὶ πολλὴν κατηγοροῦντεσ ἀπειροκαλίαν, τὸ δὲ καινότατον, τοὺσ ἐντυγχάνοντασ ἀλλοτρίᾳ φωνῇ προσαγορεύοντεσ, ἀγαπᾶν ἀξιοῦντεσ, ὅτι μόνον αὐτοὺσ προσέβλεψαν, οἱ δὲ σεμνότεροι καὶ προσκυνεῖσθαι. (Lucian, Nigrinus, Nigrinou Fiaosofia 21:2)

    (루키아노스, Nigrinus, Nigrinou Fiaosofia 21:2)

  • γελοῖοι οὖν εἰσιν οἱ λέγοντεσ Ναυκρατίτην εἶναι στέφανον τὸν ἐκ τῆσ βύβλου τῆσ στεφανωτρίδοσ καλουμένησ παρ’ Αἰγυπτίοισ,8 παρατιθέμενοι Θεοπόμπου ἐκ τῆσ τρι σκαιδεκάτησ τῶν Φιλιππικῶν καὶ ἑνδεκά>τησ τῶν Ἑλληνικῶν,9 ὅσ φησιν Ἀγησιλάῳ τῷ Λάκωνι παραγενομένῳ εἰσ Αἴγυπτον δῶρα πέμψαι τοὺσ Αἰγυπτίουσ ἄλλα τέ τινα καὶ δὴ καὶ τὴν στεφανωτρίδα βύβλον. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 15, book 15, chapter 18 1:4)

    (아테나이오스, The Deipnosophists, Book 15, book 15, chapter 18 1:4)

  • "γελοῖοι γάρ εἰσιν οἱ φάσκοντεσ ὅτι καὶ τέσσαρασ ἐλάμβανον ἐπεὶ ὁ ποιητὴσ ἔφη σὺ δ’ ἔρχεο δειελιήσασ, οὐ νοοῦντεσ ὅτι λέγει τὸν δειλινὸν διατρίψασ χρόνον. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 5, book 5, chapter 19 3:14)

    (아테나이오스, The Deipnosophists, Book 5, book 5, chapter 19 3:14)

  • γελοῖοι δ’ ἴσωσ ἐσμὲν ἐπὶ τῷ μανθάνειν τὰ ζῷα σεμνύνοντεσ, ὧν ὁ Δημόκριτοσ ἀποφαίνει μαθητὰσ ἐν τοῖσ μεγίστοισ γεγονότασ ἡμᾶσ ἀράχνησ ἐν ὑφαντικῇ καὶ ἀκεστικῇ, χελιδόνοσ ἐν οἰκοδομίᾳ καὶ τῶν λιγυρῶν, κύκνου καὶ ἀηδόνοσ, ἐν ᾠδῇ κατὰ μίμησιν. (Plutarch, De sollertia animalium, chapter, section 201)

    (플루타르코스, De sollertia animalium, chapter, section 201)

  • γελοῖοι γὰρ φαίνονται πρὸσ ἡμᾶσ ἀναφερόμενοι, τοῦτο δὲ συμβαίνει διὰ τὸ γίνεσθαι τοὺσ ἐπαίνουσ δι’ ἀναφορᾶσ, ὥσπερ εἴπομεν. (Aristotle, Nicomachean Ethics, Book 1 128:2)

    (아리스토텔레스, 니코마코스 윤리학, Book 1 128:2)

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION