Ancient Greek-English Dictionary Language

φορμίζω

Non-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: φορμίζω

Structure: φορμίζ (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to play the

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular φορμίζω φορμίζεις φορμίζει
Dual φορμίζετον φορμίζετον
Plural φορμίζομεν φορμίζετε φορμίζουσιν*
SubjunctiveSingular φορμίζω φορμίζῃς φορμίζῃ
Dual φορμίζητον φορμίζητον
Plural φορμίζωμεν φορμίζητε φορμίζωσιν*
OptativeSingular φορμίζοιμι φορμίζοις φορμίζοι
Dual φορμίζοιτον φορμιζοίτην
Plural φορμίζοιμεν φορμίζοιτε φορμίζοιεν
ImperativeSingular φόρμιζε φορμιζέτω
Dual φορμίζετον φορμιζέτων
Plural φορμίζετε φορμιζόντων, φορμιζέτωσαν
Infinitive φορμίζειν
Participle MasculineFeminineNeuter
φορμιζων φορμιζοντος φορμιζουσα φορμιζουσης φορμιζον φορμιζοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular φορμίζομαι φορμίζει, φορμίζῃ φορμίζεται
Dual φορμίζεσθον φορμίζεσθον
Plural φορμιζόμεθα φορμίζεσθε φορμίζονται
SubjunctiveSingular φορμίζωμαι φορμίζῃ φορμίζηται
Dual φορμίζησθον φορμίζησθον
Plural φορμιζώμεθα φορμίζησθε φορμίζωνται
OptativeSingular φορμιζοίμην φορμίζοιο φορμίζοιτο
Dual φορμίζοισθον φορμιζοίσθην
Plural φορμιζοίμεθα φορμίζοισθε φορμίζοιντο
ImperativeSingular φορμίζου φορμιζέσθω
Dual φορμίζεσθον φορμιζέσθων
Plural φορμίζεσθε φορμιζέσθων, φορμιζέσθωσαν
Infinitive φορμίζεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
φορμιζομενος φορμιζομενου φορμιζομενη φορμιζομενης φορμιζομενον φορμιζομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to play the

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION