Ancient Greek-English Dictionary Language

εὐάγωγος

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: εὐάγωγος εὐάγωγον

Structure: εὐαγωγ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: a)gwgh/

Sense

  1. easy to lead, easily led, ductile

Examples

  • εἰ γὰρ μὴ ὁ γενναιότατοσ οὗτοσ, ὁ τὸ ξύλον, συνήργησέ μοι καὶ συλλαβόντεσ αὐτὸν ἐδήσαμεν, κἂν ᾤχετο ἡμᾶσ ἀποφυγών ἀφ’ οὗ γάρ μοι παρέδωκεν αὐτὸν ἡ Ἄτροποσ, παρ’ ὅλην τὴν ὁδὸν ἀντέτεινε καὶ ἀντέσπα, καὶ τὼ πόδε ἀντερείδων πρὸσ τὸ ἔδαφοσ οὐ παντελῶσ εὐάγωγοσ ἦν· (Lucian, Cataplus, (no name) 4:2)
  • δέχῃ τοίνυν τὸν χαλινὸν μύσασ καὶ τὰ πρῶτα εὐάγωγοσ εἶ πρὸσ αὐτὸν οὐ πάνυ περισπῶντα οὐδὲ ὀξέωσ νύττοντα, μέχρι ἂν λάθῃσ τέλεον αὐτῷ συνήθησ γενόμενοσ. (Lucian, De mercede, (no name) 21:2)
  • μετὰ δὲ τὸ προοίμιον, ἀνάλογον τοῖσ πράγμασιν ἢ μηκυνόμενον ἢ βραχυνόμενον, εὐαφὴσ καὶ εὐάγωγοσ ἔστω ἡ ἐπὶ τὴν διήγησιν μετάβασισ· (Lucian, Quomodo historia conscribenda sit, chapter 551)
  • ταῦτα δ’ ἐστὶ διότι πᾶσ ὄχλοσ εὐπαραλόγιστοσ ὑπάρχει καὶ πρὸσ πᾶν εὐάγωγοσ. (Polybius, Histories, book 11, chapter 29 9:1)

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION