ἐμπνέω
ε-contract Verb;
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
ἐμπνέω
ἐμπνεύσομαι
ἐνέπνευσα
Structure:
ἐμ
(Prefix)
+
πνέ
(Stem)
+
ω
(Ending)
Sense
- to blow or breathe upon
- to breathe, live, be alive
- to breathe of
- to blow into, to swell
- to breathe into, inspire
Conjugation
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- τὰ μὲν γὰρ ἄλλα εὖ ποιῶν ἐδιδάξω με ἤδη, ἁρμόσασθαι τὸν αὐλὸν ἐσ τὸ ἀκριβὲσ καὶ ἐμπνεῖν ἐσ τὴν γλωσσίδα λεπτόν τι καὶ ἐμμελὲσ καὶ ὑποβάλλειν τοὺσ δακτύλουσ εὐαφῶσ ὑπὸ πυκνῇ τῇ ἄρσει καὶ θέσει καὶ βαίνειν ἐν ῥυθμῷ καὶ σύμφωνα εἶναι τὰ μέλη πρὸσ τὸν χορὸν καὶ τῆσ ἁρμονίασ ἑκάστησ διαφυλάττειν τὸ ἴδιον, τῆσ Φρυγίου τὸ ἔνθεον, τῆσ Λυδίου τὸ Βακχικόν, τῆσ Δωρίου τὸ σεμνόν, τῆσ Ιὠνικῆσ τὸ γλαφυρόν. (Lucian, Harmonides 1:3)
- καὶ τὰ πρῶτα μὲν εἰρηνικῶσ ἐνάρχονται τῶν πρὸσ ἀλλήλουσ λόγων, προιούσησ δὲ τῆσ συνουσίασ ἐπιτείνουσι τὸ φθέγμα μέχρι πρὸσ τὸ ὄρθιον, ὥστε ὑπερδιατεινομένων καὶ ἅμα λέγειν ἐθελόντων τό τε πρόσωπον ἐρυθριᾷ καὶ ὁ τράχηλοσ οἰδεῖ καὶ αἱ φλέβεσ ἐξανίστανται ὥσπερ τῶν αὐλητῶν ὁπόταν εἰσ στενὸν τὸν αὐλὸν ἐμπνεῖν βιάζωνται. (Lucian, Bis accusatus sive tribunalia, (no name) 11:9)
- διὰ γὰρ τὸ ἐμπνεῖν τι ἡμᾶσ τοὺσ καλοὺσ τοῖσ ἐρωτικοῖσ ἐλευθεριωτέρουσ μὲν αὐτοὺσ ποιοῦμεν εἰσ χρήματα, φιλοπονωτέρουσ δὲ καὶ φιλοκαλωτέρουσ ἐν τοῖσ κινδύνοισ, καὶ μὴν αἰδημονεστέρουσ τε καὶ ἐγκρατεστέρουσ, οἵ γε καὶ ὧν δέονται μάλιστα ταῦτ’ αἰσχύνονται. (Xenophon, Works on Socrates, , chapter 4 16:2)
- ὅτε ἀνατραπεῖσα μὲν ἡ πόλισ ἔκειτο θᾶττον ἢ ναῦσ καταδῦσα πώποτε, ἡμέραι δὲ καὶ νύκτεσ ἐπιλαμβάνουσαι τοὺσ μὲν ὅσον ἐμπνεῖν ζῶντασ ἀνέφαινον τραυματίασ τῶν λοιπῶν τοῖσ πλείστοισ, τοὺσ δὲ τελευτήσαντασ σεσηπότασ, οὐδ’ ὁτιοῦν ἔχοντασ ἀκριβὲσ τῶν μελῶν, ἀλλ’ ὡσ ἑκάστου τι ἀφεῖλεν ἢ προσέθηκε τὸ πτῶμα. (Aristides, Aelius, Orationes, 7:12)
Synonyms
-
to blow or breathe upon
-
to breathe of
-
to blow into
-
to breathe into
Derived
- ἀναπνέω (to breathe again, take breath, to recover from)
- ἀποπνέω (to breathe forth, to give up, to get rid of)
- διαπνέω (to blow through, to breathe between times, get breath)
- εἰσπνέω (to breathe upon)
- ἐκπνέω (to breathe out or forth, to breathe one's last, expire)
- ἐναποπνέω (to expire in the act of)
- ἐπιπνέω (to breathe upon, to blow freshly upon, on)
- καταπνέω (to breathe upon or over, to inspire)
- παραπνέω (to blow by the side, to escape by a sideway)
- περιπνέω (to breathe round or over)
- πνέω (I blow, to breathe, I breathe out)
- προσεπιπνέω (to blow favourably besides)
- προσπνέω (to breathe upon, inspire, a smell of)
- συμπνέω (to breathe together with, to go along with, to yield or bow)
- συνεκπνέω (to breathe one's last along with)
- ὑποπνέω (to blow gently)