ἐκκρίνω
Non-contract Verb;
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
ἐκκρίνω
ἐκκρινῶ
Structure:
ἐκ
(Prefix)
+
κρίν
(Stem)
+
ω
(Ending)
Sense
- to choose or pick out, to single out
- to single out for disgrace, expel
- to secrete, separate
Conjugation
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- βαρυφώνουσ τε εἰκὸσ εἶναι καὶ βραγχώδεασ διὰ τὸν ἠέρα, ὅτι ἀκάθαρτοσ ὡσ ἐπὶ τὸ πολὺ αὐτόθι γίνεται καὶ νοσώδησ‧ οὔτε γὰρ ὑπὸ τῶν βορείων ἐκκρίνεται σφόδρα‧ οὐ γὰρ προσ έχουσι τὰ πνεύματα‧ ἅ τε προσέχουσιν αὐτοῖσι καὶ πρόσκεινται ὑδατεινότατά ἐστιν‧ ἐπεὶ τοιαῦτα τὰ ἀπὸ τῆσ ἑσπέρησ πνεύματα‧ ἐοίκέν τε μετοπώρῳ μάλιστα ἡ θέσισ ἡ τοιαύτη τῆσ πόλιοσ κατὰ τὰσ τῆσ ἡμέρησ μεταβολάσ, ὅτι πολὺ τὸ μέσον γίνεται τοῦ τε ἑωθινοῦ καὶ τοῦ πρὸσ τὴν δείλην. (Hippocrates, Hippocrates Collected Works I, , vi.5)
- ἔτι δὲ πρὸσ τούτοισιν ἐπειδὰν ἁρπασθῇ καὶ μετεωρισθῇ περιφερόμενον καὶ καταμεμιγμένον ἐσ τὸν ἠέρα, τὸ μὲν θολερὸν αὐτοῦ καὶ νυκτοειδὲσ ἐκκρίνεται καὶ ἐξίσταται καὶ γίνεται ἠὴρ καὶ ὀμίχλη, τὸ δὲ λαμπρότατον καὶ κουφότατον αὐτοῦ λείπεται καὶ γλυκαίνεται ὑπὸ τοῦ ἡλίου καιόμενόν τε καὶ ἑψόμενον. (Hippocrates, Hippocrates Collected Works I, , viii.13)
- ὁκόταν γὰρ ἅπαξ παγῇ, οὐκ ἔτι ἐσ τὴν ἀρχαίην φύσιν καθίσταται, ἀλλὰ τὸ μὲν αὐτοῦ λαμπρὸν καὶ κοῦφον καὶ γλυκὺ ἐκκρίνεται καὶ ἀφανίζεται, τὸ δὲ θολωδέστατον καὶ σταθμωδέστατον λείπεται. (Hippocrates, Hippocrates Collected Works I, , viii.21)
- ἀλλ’ εἰ ἴσον φήσει τισ γίγνεσθαι τὸ καθ’ ἕκαστον τῶν ἄλλων μορίων περίττωμα, διὰ ποίων κύστεων ἐκκρίνεται; (Galen, On the Natural Faculties., , section 1732)
- δέ τινοσ ἐν τῷ θώρακι λεπτομεροῦσ ἀεὶ βραχέοσ οὑ̓ γὰρ ἅπαν ἐκκρίνεταἰ, πρὸσ τοῦτο πάλιν τὸ εἴσω ὑπομένον βαρύτητα τοῦ ἐκτὸσ ἀντεπεισφέρεσθαι. (Pseudo-Plutarch, Placita Philosophorum, book 4, 7:1)
Synonyms
-
to choose or pick out
- ἐκλέγω (to pick or single out, to choose)
- ἀπολέγω (to pick out from, to pick out, choose)
- λέγω (to choose for oneself, pick out, to be chosen)
-
to secrete
Derived
- ἀνακρίνω (to examine closely, to question, interrogate)
- ἀποκρίνω (to separate, set apart, to distinguish)
- διακρίνω (to separate one from another, to part, to be parted)
- ἐγκρίνω (to reckon in or among, to admit as elected, to admit)
- ἐκπροκρίνω (to choose out)
- ἐπιδιακρίνω (to decide as umpire)
- ἐπικρίνω (to decide, determine)
- καθυποκρίνομαι (to subdue by histrionic arts, to pretend to be)
- κατακρίνω (to give as a sentence against, to condemn)
- κρίνω (I separate, part, I order)
- παρακρίνω (to draw up in line opposite, drawn up along)
- προκρίνω (to choose before others, choose by preference, prefer)
- συγκρίνω (to compound, to compare, to measure)