- Greek-English Dictionary

Ancient Greek-English Dictionary Language

εἰρηνικός?

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration: eirēnikos

Principal Part: εἰρηνικός

Structure: εἰρηνικ (Stem) + ος (Ending)

Sense

  1. of or for peace, peaceful, peaceably

Examples

  • μετὰ τῶν μισούντων τὴν εἰρήνην ἤμην εἰρηνικός. ὅταν ἐλάλουν αὐτοῖς, ἐπολέμουν με δωρεάν. (Septuagint, Liber Psalmorum 119:7)
  • ἕτερος δέ τις οὐκ εἰρηνικὸς ἀνήρ πόλεμον τῶν ὅλων πατέρα εἶναι ἐδόξαζε. (Lucian, Icaromenippus, (no name) 8:7)
  • ἰδὼν δὲ τάδ οὐκ εἰρηνικὸς ἔσθ, ἵνα μή ποτε κἀποδυθῇ μεθύων ἄνευ ξύλου βαδίζων. (Aristophanes, Frogs, Parabasis, antistrophe2)
  • Νομᾶς δ αὖθις εἰρηνικὸς γενόμενος καὶ πρὸς ἔργα τῆς γῆς φιλοτιμούμενος τρέψαι τὴν πόλιν ἀποστῆσαι δὲ τῶν πολεμικῶν, τῷ Ιἀνουαρίῳ τὴν ἡγεμονίαν ἔδωκε καὶ τὸν Ιἀνὸν εἰς τιμὰς προήγαγε μεγάλας, ὡς πολιτικὸν καὶ γεωργικὸν μᾶλλον ἢ πολεμικὸν γενόμενον. (Plutarch, Quaestiones Romanae, section 19 2:4)
  • αὖθις εἰρηνικὸς γενόμενος καὶ πρὸς ἔργα τῆς γῆς φιλοτιμούμενος τρέψαι τὴν πόλιν ἀποστῆσαι δὲ τῶν πολεμικῶν , τῷ Ιἀνουαρίῳ τὴν ἡγεμονίαν ἔδωκε καὶ τὸν Ιἀνὸν εἰς τιμὰς προήγαγε μεγάλας, ὡς πολιτικὸν καὶ γεωργικὸν μᾶλλον ἢ πολεμικὸν γενόμενον. (Plutarch, Quaestiones Romanae, section 19 7:1)

Synonyms

  1. of or for peace

Related

명사

형용사

동사

부사

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION