ἀποκαλέω
ε-contract Verb;
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
ἀποκαλέω
Structure:
ἀπο
(Prefix)
+
καλέ
(Stem)
+
ω
(Ending)
Sense
- to call back, recall
- to call away or aside
- to call, a name, to stigmatise as
Conjugation
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- οὗτοσ δ’ οὖν μαρτυρεῖν γὰρ αὐτῷ ἔχω ^ μήτε μελλήσασ μήτε σύμβουλόν τινα περὶ τούτων προσλαβών, ἐπειδὴ τὸ πᾶν ἤκουσε τῶν παρόντων, ἔλυε μὲν τὴν ἀποκήρυξιν, υἱὸν δὲ ἐξ ὑπαρχῆσ ἐποιεῖτό με, σωτῆρα καὶ εὐεργέτην ἀποκαλῶν καὶ ἀκριβῆ πεῖραν εἰληφέναι ὁμολογῶν καὶ περὶ τῶν ἔμπροσθεν ἐκείνων ἀπολογούμενοσ. (Lucian, Abdicatus, (no name) 5:1)
- τίθεμεν δὴ αὐτὸν ἑβδομηκοστὸν ἔχοντα ἔτοσ ἀπὸ τῆσ φυγῆσ κατεληλυθέναι, ὡσ καὶ αὐτόσ φησι, γέροντα αὑτὸν ἀποκαλῶν· (Dionysius of Halicarnassus, De Dinarcho, chapter 4 1:1)
- ῥήτωρ γάρ τισ, ὥσ φασιν, ὤν, ἀπολιπὼν τὰ δικαστήρια καὶ τὰσ ἐν ἐκείνοισ εὐδοκιμήσεισ, ὁπόσον ἢ δεινότητοσ ἢ ἀκμῆσ ἐπεπόριστο ἐν τοῖσ λόγοισ, τοῦτο πᾶν ἐφ’ ἡμᾶσ συσκευασάμενοσ οὐ παύεται αὐτὸσ ^ μὲν ἀγορεύων κακῶσ γόητασ καὶ ἀπατεῶνασ ἀποκαλῶν, τὰ πλήθη δὲ ἀναπείθων καταγελᾶν ἡμῶν καὶ καταφρονεῖν ὡσ τὸ μηδὲν ὄντων μᾶλλον δὲ καὶ μισεῖσθαι πρὸσ τῶν πολλῶν ἤδη πεποίηκεν αὐτούσ τε ἡμᾶσ καὶ σὲ τὴν Φιλοσοφίαν, φληνάφουσ καὶ λήρουσ ἀποκαλῶν τὰ σὰ καὶ τὰ σπουδαιότατα ὧν ἡμᾶσ ἐπαίδευσασ ἐπὶ χλευασμῷ διεξιών, ὥστε αὐτὸν μὲν κροτεῖσθαι καὶ ἐπαινεῖσθαι πρὸσ τῶν θεατῶν, ἡμᾶσ δὲ ὑβρίζεσθαι. (Lucian, Piscator, (no name) 25:3)
- οὕτωσ γὰρ ἂν μάθοισ οὕστινασ ἀπεκήρυττον καὶ κακῶσ ἠγόρευον ἀλαζόνασ καὶ γόητασ ἀποκαλῶν, καί μοι μόνον τοῦτο παραφυλάττετε, εἰ ἀληθῆ περὶ αὐτῶν ἐρῶ. (Lucian, Piscator, (no name) 29:4)
Synonyms
-
to call back
- ἀνακαλέω (to call back, recall, from)
- μετακαλέω (to call away to another place, to call back, recall)
-
to call away or aside
-
to call
- λέγω (to tell)
- προσαγορεύω (to call by name, call)
- προσερέω (to call or name)
- προσφθέγγομαι (to call by a name, call)
- προσφωνέω (to call by name)
- κλῄζω (to name, call, is)
- λέγω (to call by name, to call)
- ἐξονομάζω (to call by name)
- ἐπιλέγω (to call by name)
- φωνέω (I call by name, call)
- κέλομαι (to call by name, call)
- προσονομάζω (to call by a name, to give, the name)
- προσθροέω (to address, call by a name)
- κικλήσκω (to name, call by name, there is)
- αὐδάω (to call by name, call, reported of)
- ὀνομαίνω (to name or call by name, to name, repeat)
Derived
- ἀνακαλέω (to call up the dead, to call again and again, to invoke)
- ἐκκαλέω (to call out or forth, summon forth, to call out to oneself)
- ἐπικαλέω (to call upon a god, invoke, to invite)
- καλέω (I call, summon, I invite)
- κατακαλέω (to call down, summon, invite)
- μετακαλέω (to call away to another place, to call back, recall)
- παρακαλέω (I appeal, I urge, I exhort)
- προκαλέω (to call forth, to call out to fight, challenge)
- προσκαλέω (to call to, call on, summon)
- προσπαρακαλέω (to call in besides, invite, to exhort besides)
- συγκαλέω (to call to council, convoke, convene)