Ancient Greek-English Dictionary Language


Non-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: ὀνομαίνω

Structure: ὀνομαίν (Stem) + ω (Ending)

Etym.: epic and ionic for o)noma/zw


  1. to name or call by name, to name, repeat
  2. to utter, speak, to promise
  3. to nominate, appoint


Present tense

1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ὀνομαίνω ὀνομαίνεις ὀνομαίνει
Dual ὀνομαίνετον ὀνομαίνετον
Plural ὀνομαίνομεν ὀνομαίνετε ὀνομαίνουσιν*
SubjunctiveSingular ὀνομαίνω ὀνομαίνῃς ὀνομαίνῃ
Dual ὀνομαίνητον ὀνομαίνητον
Plural ὀνομαίνωμεν ὀνομαίνητε ὀνομαίνωσιν*
OptativeSingular ὀνομαίνοιμι ὀνομαίνοις ὀνομαίνοι
Dual ὀνομαίνοιτον ὀνομαινοίτην
Plural ὀνομαίνοιμεν ὀνομαίνοιτε ὀνομαίνοιεν
ImperativeSingular ὀνόμαινε ὀνομαινέτω
Dual ὀνομαίνετον ὀνομαινέτων
Plural ὀνομαίνετε ὀνομαινόντων, ὀνομαινέτωσαν
Infinitive ὀνομαίνειν
Participle MasculineFeminineNeuter
ὀνομαινων ὀνομαινοντος ὀνομαινουσα ὀνομαινουσης ὀνομαινον ὀνομαινοντος
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ὀνομαίνομαι ὀνομαίνει, ὀνομαίνῃ ὀνομαίνεται
Dual ὀνομαίνεσθον ὀνομαίνεσθον
Plural ὀνομαινόμεθα ὀνομαίνεσθε ὀνομαίνονται
SubjunctiveSingular ὀνομαίνωμαι ὀνομαίνῃ ὀνομαίνηται
Dual ὀνομαίνησθον ὀνομαίνησθον
Plural ὀνομαινώμεθα ὀνομαίνησθε ὀνομαίνωνται
OptativeSingular ὀνομαινοίμην ὀνομαίνοιο ὀνομαίνοιτο
Dual ὀνομαίνοισθον ὀνομαινοίσθην
Plural ὀνομαινοίμεθα ὀνομαίνοισθε ὀνομαίνοιντο
ImperativeSingular ὀνομαίνου ὀνομαινέσθω
Dual ὀνομαίνεσθον ὀνομαινέσθων
Plural ὀνομαίνεσθε ὀνομαινέσθων, ὀνομαινέσθωσαν
Infinitive ὀνομαίνεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
ὀνομαινομενος ὀνομαινομενου ὀνομαινομενη ὀνομαινομενης ὀνομαινομενον ὀνομαινομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.


  • σὺ δὲ φρεσὶ σῇσι νοήσασ, ἴσχεο μηδ’ ὀνόμαινε, θεῶν δ’ ἐποπίζεο μῆνιν. (Anonymous, Homeric Hymns, 27:22)


  1. to name or call by name

  2. to utter

  3. to nominate


Similar forms

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool