- 그-한 사전

헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἀναρχία?

1군 변화 명사; 여성 자동번역 로마알파벳 전사: anarchia 고전 발음: [아나키아] 신약 발음: [아나키아]

기본형: ἀναρχία ἀναρχίας

형태분석: ἀναρχι (어간) + α (어미)

어원: ἄναρχος

  1. 무정부 상태
  1. lack of a leader
  2. lawlessness, anarchy

곡용 정보

1군 변화

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἐρρέμβετο κενεμβατοῦν καὶ σφαλλόμενον ὑπ ἀναρχίας τὸ μέγεθος αὐτῆς. (Plutarch, De Alexandri magni fortuna aut virtute, chapter 2, section 4 3:2)

    (플루타르코스, De Alexandri magni fortuna aut virtute, chapter 2, section 4 3:2)

  • καὶ τῶν πραγμάτων δι ἀναρχίας φερομένων ἐς μείζονας ταραχάς ἀποδείκνυται δικτάτωρ ὁ Κάμιλλος ὑπὸ τῆς βουλῆς ἄκοντι τῷ δήμῳ τὸ τέταρτον, οὐδ αὐτὸς ὢν πρόθυμος οὐδὲ βουλόμενος ἐναντιοῦσθαι πρὸς ἀνθρώπους παρρησίαν ἔχοντας ἀπὸ πολλῶν καὶ μεγάλων ἀγώνων πρὸς αὐτόν, ὡς πλείονα μετ αὐτῶν διαπεπραγμένος ἐν στρατηγίαις ἢ μετὰ τῶν πατρικίων ἐν πολιτείαις, καὶ νῦν διὰ φθόνον ἐκείνων ᾑρημένος ὑπ αὐτῶν, ὅπως ἢ καταλύσειε τὸν δῆμον ἰσχύσας ἢ καταλυθείη μὴ κρατήσας. (Plutarch, Camillus, chapter 39 2:1)

    (플루타르코스, Camillus, chapter 39 2:1)

  • οὕτως ἐρρέμβετο κενεμβατοῦν καὶ σφαλλόμενον ὑπ ἀναρχίας τὸ μέγεθος αὐτῆς. (Plutarch, De Alexandri magni fortuna aut virtute, chapter 2, section 4 1:1)

    (플루타르코스, De Alexandri magni fortuna aut virtute, chapter 2, section 4 1:1)

  • "καλούμενος δὲ αὐτοκράτωρ καὶ στρατηγός ἄλλοις τὰ στρατεύματα καὶ τὰς ἐπαρχίας παραδέδωκεν, αὐτὸς δὲ τῇ πόλει παρακάθηται στάσεις ἀγωνοθετῶν ἐν ταῖς παραγγελίαις καὶ θορύβους μηχανώμενος, ἐξ ὧν οὐ λέληθε δι ἀναρχίας μοναρχίαν ἑαυτῷ μνηστευόμενος. (Plutarch, Cato the Younger, chapter 45 3:3)

    (플루타르코스, Cato the Younger, chapter 45 3:3)

  • ὡς δὲ πολὺν χρόνον ἀναρχίας οὔσης καὶ τριῶν στρατοπέδων τὴν ἀγορὰν ὁσημέραι περιεχόντων ὀλίγον ἀπέλιπεν ἀνεπίσχετον γεγονέναι τὸ κακόν, ἔγνω τὰ πράγματα πρὸ τῆς ἐσχάτης ἀνάγκης εἰς Πομπήϊον ἑκουσίῳ χάριτι τῆς βουλῆς περιστῆσαι, καὶ τῷ μετριωτάτῳ τῶν παρανομημάτων χρησάμενος ἰάματι τῆς τῶν μεγίστων καταστάσεως τὴν μοναρχίαν ἐπαγαγέσθαι μᾶλλον ἢ περιϊδεῖν τὴν στάσιν εἰς μοναρχίαν τελευτῶσααν. (Plutarch, Cato the Younger, chapter 47 2:1)

    (플루타르코스, Cato the Younger, chapter 47 2:1)

유의어

  1. lack of a leader

  2. 무정부 상태

관련어

명사

형용사

동사

부사

출처: Wiktionary 고전 그리스어 단어 목록

이 단어를 Wiktionary에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION