Ancient Greek-English Dictionary Language


ε-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: στυγέω

Structure: στυγέ (Stem) + ω (Ending)


  1. to hate, abominate, abhor, to hate, fear, to be abhorred, detested, the horrid thing
  2. to make hateful


Present tense

1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular στύγω στύγεις στύγει
Dual στύγειτον στύγειτον
Plural στύγουμεν στύγειτε στύγουσιν*
SubjunctiveSingular στύγω στύγῃς στύγῃ
Dual στύγητον στύγητον
Plural στύγωμεν στύγητε στύγωσιν*
OptativeSingular στύγοιμι στύγοις στύγοι
Dual στύγοιτον στυγοίτην
Plural στύγοιμεν στύγοιτε στύγοιεν
ImperativeSingular στῦγει στυγεῖτω
Dual στύγειτον στυγεῖτων
Plural στύγειτε στυγοῦντων, στυγεῖτωσαν
Infinitive στύγειν
Participle MasculineFeminineNeuter
στυγων στυγουντος στυγουσα στυγουσης στυγουν στυγουντος
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular στύγουμαι στύγει, στύγῃ στύγειται
Dual στύγεισθον στύγεισθον
Plural στυγοῦμεθα στύγεισθε στύγουνται
SubjunctiveSingular στύγωμαι στύγῃ στύγηται
Dual στύγησθον στύγησθον
Plural στυγώμεθα στύγησθε στύγωνται
OptativeSingular στυγοίμην στύγοιο στύγοιτο
Dual στύγοισθον στυγοίσθην
Plural στυγοίμεθα στύγοισθε στύγοιντο
ImperativeSingular στύγου στυγεῖσθω
Dual στύγεισθον στυγεῖσθων
Plural στύγεισθε στυγεῖσθων, στυγεῖσθωσαν
Infinitive στύγεισθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
στυγουμενος στυγουμενου στυγουμενη στυγουμενης στυγουμενον στυγουμενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.


  • καὶ γάρ εἰμ’ ἄγαν ὀχληρόσ, οὐ δοκῶν με κοιράνουσ στυγεῖν. (Aristophanes, Acharnians, Lyric-Scene, iambics 3:25)
  • οἵπερ γε σὺν σοὶ Φρύγασ ἀνήλωσαν δορὶ ‐ χὥσοι στυγοῦσιν ἀνοσίουσ μιάστορασ. (Euripides, episode, lyric 3:7)
  • ἔρχεται δὲ σοὶ κάρα ’πιδείξων οὐχὶ Γοργόνοσ φέρων, ἀλλ’ ὃν στυγεῖσ Αἴγισθον· (Euripides, episode 5:9)
  • κἀκείνουσ στυγῶ τοὺσ παῖδασ, ὅστισ τοῦ μὲν ἄρσενοσ πατρὸσ οὐκ ὠνόμασται, τῆσ δὲ μητρὸσ ἐν πόλει. (Euripides, episode 2:10)
  • τὸ πρᾶγμα δὲ μαθόντασ, ἢν μὲν ἀξίωσ μισεῖν ἔχῃ, στυγεῖν δίκαιον· (Euripides, episode, anapests 1:13)
  • οὐκέτι γὰρ στυγέω, Βακχεῦ φίλε, τὸν θιασώταν τὸν τεόν. (Unknown, Greek Anthology, Volume V, book 16, chapter 1562)


  1. to make hateful



Similar forms

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool