헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

πρωτότοκος

1/2군 변화 형용사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: πρωτότοκος

형태분석: πρωτοτοκ (어간) + ος (어미)

어원: cf. prwtoto/kos

  1. 맏이의, 장남의
  1. first-born

곡용 정보

1/2군 변화
남/여성 중성
단수주격 πρωτότοκος

맏이의 (이)가

πρωτότοκον

맏이의 (것)가

속격 πρωτοτόκου

맏이의 (이)의

πρωτοτόκου

맏이의 (것)의

여격 πρωτοτόκῳ

맏이의 (이)에게

πρωτοτόκῳ

맏이의 (것)에게

대격 πρωτότοκον

맏이의 (이)를

πρωτότοκον

맏이의 (것)를

호격 πρωτότοκε

맏이의 (이)야

πρωτότοκον

맏이의 (것)야

쌍수주/대/호 πρωτοτόκω

맏이의 (이)들이

πρωτοτόκω

맏이의 (것)들이

속/여 πρωτοτόκοιν

맏이의 (이)들의

πρωτοτόκοιν

맏이의 (것)들의

복수주격 πρωτότοκοι

맏이의 (이)들이

πρωτότοκα

맏이의 (것)들이

속격 πρωτοτόκων

맏이의 (이)들의

πρωτοτόκων

맏이의 (것)들의

여격 πρωτοτόκοις

맏이의 (이)들에게

πρωτοτόκοις

맏이의 (것)들에게

대격 πρωτοτόκους

맏이의 (이)들을

πρωτότοκα

맏이의 (것)들을

호격 πρωτότοκοι

맏이의 (이)들아

πρωτότοκα

맏이의 (것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • καὶ ἔλαβεν Ἰούδασ γυναῖκα Ἢρ τῷ πρωτοτόκῳ αὐτοῦ, ᾗ ὄνομα Θάμαρ. (Septuagint, Liber Genesis 38:6)

    (70인역 성경, 창세기 38:6)

  • Πᾶν πρωτότοκον, ὃ ἐὰν τεχθῇ ἐν ταῖσ βουσί σου καὶ ἐν τοῖσ προβάτοισ σου, τὰ ἀρσενικά, ἁγιάσεισ Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου. οὐκ ἐργᾷ ἐν τῷ πρωτοτόκῳ μόσχῳ σου καὶ οὐ μὴ κείρῃσ τὰ πρωτότοκα τῶν προβάτων σου. (Septuagint, Liber Deuteronomii 15:19)

    (70인역 성경, 신명기 15:19)

  • καὶ ὥρκισεν Ἰησοῦσ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἐναντίον Κυρίου λέγων. ἐπικατάρατοσ ὁ ἄνθρωποσ, ὃσ οἰκοδομήσει τὴν πόλιν ἐκείνην. ἐν τῷ προωτοτόκῳ αὐτοῦ θεμελιώσει αὐτὴν καὶ ἐν τῷ ἐλαχίστῳ αὐτοῦ ἐπιστήσει τὰσ πύλασ αὐτῆσ. καὶ οὕτωσ ἐποίησεν Ὁζᾶν ὁ ἐκ Βαιθὴλ ἐν τῷ Ἀβιρὼν τῷ πρωτοτόκῳ ἐθεμελίωσεν αὐτὴν καὶ ἐν τῷ ἐλαχίστῳ διασωθέντι ἐπέστησε τὰσ πύλασ αὐτῆσ. (Septuagint, Liber Iosue 6:26)

    (70인역 성경, 여호수아기 6:26)

  • ΚΑΙ ἐγένετο τὰ ὅρια φυλῆσ υἱῶν Μανασσῆ, ὅτι οὗτοσ πρωτότοκοσ τῷ Ἰωσήφ. τῷ Μαχὶρ πρωτοτόκῳ Μανασσῆ πατρὶ Γαλαάδ ἐν τῇ Γαλααδίτιδι καὶ ἐν τῇ Βασανίτιδι. (Septuagint, Liber Iosue 17:1)

    (70인역 성경, 여호수아기 17:1)

  • καὶ εἶπεν Ἰεθὲρ τῷ πρωτοτόκῳ αὐτοῦ. ἀναστὰσ ἀπόκτεινον αὐτούσ. καὶ οὐκ ἔσπασε τὸ παιδάριον τὴν ρομφαίαν αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβήθη, ὅτι ἔτι νεώτεροσ ἦν. (Septuagint, Liber Iudicum 8:20)

    (70인역 성경, 판관기 8:20)

유의어

  1. 맏이의

관련어

파생어

출처: Wiktionary 고전 그리스어 단어 목록

이 단어를 Wiktionary에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION