Ancient Greek-English Dictionary Language

προκομίζω

Non-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: προκομίζω προκομίσω

Structure: προ (Prefix) + κομίζ (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to bring forward, produce
  2. to be carried before

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular προκομίζω προκομίζεις προκομίζει
Dual προκομίζετον προκομίζετον
Plural προκομίζομεν προκομίζετε προκομίζουσιν*
SubjunctiveSingular προκομίζω προκομίζῃς προκομίζῃ
Dual προκομίζητον προκομίζητον
Plural προκομίζωμεν προκομίζητε προκομίζωσιν*
OptativeSingular προκομίζοιμι προκομίζοις προκομίζοι
Dual προκομίζοιτον προκομιζοίτην
Plural προκομίζοιμεν προκομίζοιτε προκομίζοιεν
ImperativeSingular προκόμιζε προκομιζέτω
Dual προκομίζετον προκομιζέτων
Plural προκομίζετε προκομιζόντων, προκομιζέτωσαν
Infinitive προκομίζειν
Participle MasculineFeminineNeuter
προκομιζων προκομιζοντος προκομιζουσα προκομιζουσης προκομιζον προκομιζοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular προκομίζομαι προκομίζει, προκομίζῃ προκομίζεται
Dual προκομίζεσθον προκομίζεσθον
Plural προκομιζόμεθα προκομίζεσθε προκομίζονται
SubjunctiveSingular προκομίζωμαι προκομίζῃ προκομίζηται
Dual προκομίζησθον προκομίζησθον
Plural προκομιζώμεθα προκομίζησθε προκομίζωνται
OptativeSingular προκομιζοίμην προκομίζοιο προκομίζοιτο
Dual προκομίζοισθον προκομιζοίσθην
Plural προκομιζοίμεθα προκομίζοισθε προκομίζοιντο
ImperativeSingular προκομίζου προκομιζέσθω
Dual προκομίζεσθον προκομιζέσθων
Plural προκομίζεσθε προκομιζέσθων, προκομιζέσθωσαν
Infinitive προκομίζεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
προκομιζομενος προκομιζομενου προκομιζομενη προκομιζομενης προκομιζομενον προκομιζομενου

Future tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular προκομίσω προκομίσεις προκομίσει
Dual προκομίσετον προκομίσετον
Plural προκομίσομεν προκομίσετε προκομίσουσιν*
OptativeSingular προκομίσοιμι προκομίσοις προκομίσοι
Dual προκομίσοιτον προκομισοίτην
Plural προκομίσοιμεν προκομίσοιτε προκομίσοιεν
Infinitive προκομίσειν
Participle MasculineFeminineNeuter
προκομισων προκομισοντος προκομισουσα προκομισουσης προκομισον προκομισοντος
Middle
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular προκομίσομαι προκομίσει, προκομίσῃ προκομίσεται
Dual προκομίσεσθον προκομίσεσθον
Plural προκομισόμεθα προκομίσεσθε προκομίσονται
OptativeSingular προκομισοίμην προκομίσοιο προκομίσοιτο
Dual προκομίσοισθον προκομισοίσθην
Plural προκομισοίμεθα προκομίσοισθε προκομίσοιντο
Infinitive προκομίσεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
προκομισομενος προκομισομενου προκομισομενη προκομισομενης προκομισομενον προκομισομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to bring forward

  2. to be carried before

Derived

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION