헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

προκομίζω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: προκομίζω προκομίσω

형태분석: προ (접두사) + κομίζ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 생산하다, 만들다, 제작하다
  1. to bring forward, produce
  2. to be carried before

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προκομίζω

(나는) 생산한다

προκομίζεις

(너는) 생산한다

προκομίζει

(그는) 생산한다

쌍수 προκομίζετον

(너희 둘은) 생산한다

προκομίζετον

(그 둘은) 생산한다

복수 προκομίζομεν

(우리는) 생산한다

προκομίζετε

(너희는) 생산한다

προκομίζουσιν*

(그들은) 생산한다

접속법단수 προκομίζω

(나는) 생산하자

προκομίζῃς

(너는) 생산하자

προκομίζῃ

(그는) 생산하자

쌍수 προκομίζητον

(너희 둘은) 생산하자

προκομίζητον

(그 둘은) 생산하자

복수 προκομίζωμεν

(우리는) 생산하자

προκομίζητε

(너희는) 생산하자

προκομίζωσιν*

(그들은) 생산하자

기원법단수 προκομίζοιμι

(나는) 생산하기를 (바라다)

προκομίζοις

(너는) 생산하기를 (바라다)

προκομίζοι

(그는) 생산하기를 (바라다)

쌍수 προκομίζοιτον

(너희 둘은) 생산하기를 (바라다)

προκομιζοίτην

(그 둘은) 생산하기를 (바라다)

복수 προκομίζοιμεν

(우리는) 생산하기를 (바라다)

προκομίζοιτε

(너희는) 생산하기를 (바라다)

προκομίζοιεν

(그들은) 생산하기를 (바라다)

명령법단수 προκόμιζε

(너는) 생산해라

προκομιζέτω

(그는) 생산해라

쌍수 προκομίζετον

(너희 둘은) 생산해라

προκομιζέτων

(그 둘은) 생산해라

복수 προκομίζετε

(너희는) 생산해라

προκομιζόντων, προκομιζέτωσαν

(그들은) 생산해라

부정사 προκομίζειν

생산하는 것

분사 남성여성중성
προκομιζων

προκομιζοντος

προκομιζουσα

προκομιζουσης

προκομιζον

προκομιζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προκομίζομαι

(나는) 생산된다

προκομίζει, προκομίζῃ

(너는) 생산된다

προκομίζεται

(그는) 생산된다

쌍수 προκομίζεσθον

(너희 둘은) 생산된다

προκομίζεσθον

(그 둘은) 생산된다

복수 προκομιζόμεθα

(우리는) 생산된다

προκομίζεσθε

(너희는) 생산된다

προκομίζονται

(그들은) 생산된다

접속법단수 προκομίζωμαι

(나는) 생산되자

προκομίζῃ

(너는) 생산되자

προκομίζηται

(그는) 생산되자

쌍수 προκομίζησθον

(너희 둘은) 생산되자

προκομίζησθον

(그 둘은) 생산되자

복수 προκομιζώμεθα

(우리는) 생산되자

προκομίζησθε

(너희는) 생산되자

προκομίζωνται

(그들은) 생산되자

기원법단수 προκομιζοίμην

(나는) 생산되기를 (바라다)

προκομίζοιο

(너는) 생산되기를 (바라다)

προκομίζοιτο

(그는) 생산되기를 (바라다)

쌍수 προκομίζοισθον

(너희 둘은) 생산되기를 (바라다)

προκομιζοίσθην

(그 둘은) 생산되기를 (바라다)

복수 προκομιζοίμεθα

(우리는) 생산되기를 (바라다)

προκομίζοισθε

(너희는) 생산되기를 (바라다)

προκομίζοιντο

(그들은) 생산되기를 (바라다)

명령법단수 προκομίζου

(너는) 생산되어라

προκομιζέσθω

(그는) 생산되어라

쌍수 προκομίζεσθον

(너희 둘은) 생산되어라

προκομιζέσθων

(그 둘은) 생산되어라

복수 προκομίζεσθε

(너희는) 생산되어라

προκομιζέσθων, προκομιζέσθωσαν

(그들은) 생산되어라

부정사 προκομίζεσθαι

생산되는 것

분사 남성여성중성
προκομιζομενος

προκομιζομενου

προκομιζομενη

προκομιζομενης

προκομιζομενον

προκομιζομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προκομίσω

(나는) 생산하겠다

προκομίσεις

(너는) 생산하겠다

προκομίσει

(그는) 생산하겠다

쌍수 προκομίσετον

(너희 둘은) 생산하겠다

προκομίσετον

(그 둘은) 생산하겠다

복수 προκομίσομεν

(우리는) 생산하겠다

προκομίσετε

(너희는) 생산하겠다

προκομίσουσιν*

(그들은) 생산하겠다

기원법단수 προκομίσοιμι

(나는) 생산하겠기를 (바라다)

προκομίσοις

(너는) 생산하겠기를 (바라다)

προκομίσοι

(그는) 생산하겠기를 (바라다)

쌍수 προκομίσοιτον

(너희 둘은) 생산하겠기를 (바라다)

προκομισοίτην

(그 둘은) 생산하겠기를 (바라다)

복수 προκομίσοιμεν

(우리는) 생산하겠기를 (바라다)

προκομίσοιτε

(너희는) 생산하겠기를 (바라다)

προκομίσοιεν

(그들은) 생산하겠기를 (바라다)

부정사 προκομίσειν

생산할 것

분사 남성여성중성
προκομισων

προκομισοντος

προκομισουσα

προκομισουσης

προκομισον

προκομισοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προκομίσομαι

(나는) 생산되겠다

προκομίσει, προκομίσῃ

(너는) 생산되겠다

προκομίσεται

(그는) 생산되겠다

쌍수 προκομίσεσθον

(너희 둘은) 생산되겠다

προκομίσεσθον

(그 둘은) 생산되겠다

복수 προκομισόμεθα

(우리는) 생산되겠다

προκομίσεσθε

(너희는) 생산되겠다

προκομίσονται

(그들은) 생산되겠다

기원법단수 προκομισοίμην

(나는) 생산되겠기를 (바라다)

προκομίσοιο

(너는) 생산되겠기를 (바라다)

προκομίσοιτο

(그는) 생산되겠기를 (바라다)

쌍수 προκομίσοισθον

(너희 둘은) 생산되겠기를 (바라다)

προκομισοίσθην

(그 둘은) 생산되겠기를 (바라다)

복수 προκομισοίμεθα

(우리는) 생산되겠기를 (바라다)

προκομίσοισθε

(너희는) 생산되겠기를 (바라다)

προκομίσοιντο

(그들은) 생산되겠기를 (바라다)

부정사 προκομίσεσθαι

생산될 것

분사 남성여성중성
προκομισομενος

προκομισομενου

προκομισομενη

προκομισομενης

προκομισομενον

προκομισομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προεκόμιζον

(나는) 생산하고 있었다

προεκόμιζες

(너는) 생산하고 있었다

προεκόμιζεν*

(그는) 생산하고 있었다

쌍수 προεκομίζετον

(너희 둘은) 생산하고 있었다

προεκομιζέτην

(그 둘은) 생산하고 있었다

복수 προεκομίζομεν

(우리는) 생산하고 있었다

προεκομίζετε

(너희는) 생산하고 있었다

προεκόμιζον

(그들은) 생산하고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προεκομιζόμην

(나는) 생산되고 있었다

προεκομίζου

(너는) 생산되고 있었다

προεκομίζετο

(그는) 생산되고 있었다

쌍수 προεκομίζεσθον

(너희 둘은) 생산되고 있었다

προεκομιζέσθην

(그 둘은) 생산되고 있었다

복수 προεκομιζόμεθα

(우리는) 생산되고 있었다

προεκομίζεσθε

(너희는) 생산되고 있었다

προεκομίζοντο

(그들은) 생산되고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. 생산하다

  2. to be carried before

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION