헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

μερίζω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: μερίζω

형태분석: μερίζ (어간) + ω (인칭어미)

어원: meri/s

  1. 나누다, 분배하다, 분할하다
  2. 개입하다, 간섭하다
  3. 나누이다
  1. to divide, distribute
  2. to divide among themselves, to take part in
  3. to be divided
  4. to be reckoned as part

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 μερίζω

(나는) 나눈다

μερίζεις

(너는) 나눈다

μερίζει

(그는) 나눈다

쌍수 μερίζετον

(너희 둘은) 나눈다

μερίζετον

(그 둘은) 나눈다

복수 μερίζομεν

(우리는) 나눈다

μερίζετε

(너희는) 나눈다

μερίζουσιν*

(그들은) 나눈다

접속법단수 μερίζω

(나는) 나누자

μερίζῃς

(너는) 나누자

μερίζῃ

(그는) 나누자

쌍수 μερίζητον

(너희 둘은) 나누자

μερίζητον

(그 둘은) 나누자

복수 μερίζωμεν

(우리는) 나누자

μερίζητε

(너희는) 나누자

μερίζωσιν*

(그들은) 나누자

기원법단수 μερίζοιμι

(나는) 나누기를 (바라다)

μερίζοις

(너는) 나누기를 (바라다)

μερίζοι

(그는) 나누기를 (바라다)

쌍수 μερίζοιτον

(너희 둘은) 나누기를 (바라다)

μεριζοίτην

(그 둘은) 나누기를 (바라다)

복수 μερίζοιμεν

(우리는) 나누기를 (바라다)

μερίζοιτε

(너희는) 나누기를 (바라다)

μερίζοιεν

(그들은) 나누기를 (바라다)

명령법단수 μέριζε

(너는) 나누어라

μεριζέτω

(그는) 나누어라

쌍수 μερίζετον

(너희 둘은) 나누어라

μεριζέτων

(그 둘은) 나누어라

복수 μερίζετε

(너희는) 나누어라

μεριζόντων, μεριζέτωσαν

(그들은) 나누어라

부정사 μερίζειν

나누는 것

분사 남성여성중성
μεριζων

μεριζοντος

μεριζουσα

μεριζουσης

μεριζον

μεριζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 μερίζομαι

(나는) 나눠진다

μερίζει, μερίζῃ

(너는) 나눠진다

μερίζεται

(그는) 나눠진다

쌍수 μερίζεσθον

(너희 둘은) 나눠진다

μερίζεσθον

(그 둘은) 나눠진다

복수 μεριζόμεθα

(우리는) 나눠진다

μερίζεσθε

(너희는) 나눠진다

μερίζονται

(그들은) 나눠진다

접속법단수 μερίζωμαι

(나는) 나눠지자

μερίζῃ

(너는) 나눠지자

μερίζηται

(그는) 나눠지자

쌍수 μερίζησθον

(너희 둘은) 나눠지자

μερίζησθον

(그 둘은) 나눠지자

복수 μεριζώμεθα

(우리는) 나눠지자

μερίζησθε

(너희는) 나눠지자

μερίζωνται

(그들은) 나눠지자

기원법단수 μεριζοίμην

(나는) 나눠지기를 (바라다)

μερίζοιο

(너는) 나눠지기를 (바라다)

μερίζοιτο

(그는) 나눠지기를 (바라다)

쌍수 μερίζοισθον

(너희 둘은) 나눠지기를 (바라다)

μεριζοίσθην

(그 둘은) 나눠지기를 (바라다)

복수 μεριζοίμεθα

(우리는) 나눠지기를 (바라다)

μερίζοισθε

(너희는) 나눠지기를 (바라다)

μερίζοιντο

(그들은) 나눠지기를 (바라다)

명령법단수 μερίζου

(너는) 나눠져라

μεριζέσθω

(그는) 나눠져라

쌍수 μερίζεσθον

(너희 둘은) 나눠져라

μεριζέσθων

(그 둘은) 나눠져라

복수 μερίζεσθε

(너희는) 나눠져라

μεριζέσθων, μεριζέσθωσαν

(그들은) 나눠져라

부정사 μερίζεσθαι

나눠지는 것

분사 남성여성중성
μεριζομενος

μεριζομενου

μεριζομενη

μεριζομενης

μεριζομενον

μεριζομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐμέριζον

(나는) 나누고 있었다

ἐμέριζες

(너는) 나누고 있었다

ἐμέριζεν*

(그는) 나누고 있었다

쌍수 ἐμερίζετον

(너희 둘은) 나누고 있었다

ἐμεριζέτην

(그 둘은) 나누고 있었다

복수 ἐμερίζομεν

(우리는) 나누고 있었다

ἐμερίζετε

(너희는) 나누고 있었다

ἐμέριζον

(그들은) 나누고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐμεριζόμην

(나는) 나눠지고 있었다

ἐμερίζου

(너는) 나눠지고 있었다

ἐμερίζετο

(그는) 나눠지고 있었다

쌍수 ἐμερίζεσθον

(너희 둘은) 나눠지고 있었다

ἐμεριζέσθην

(그 둘은) 나눠지고 있었다

복수 ἐμεριζόμεθα

(우리는) 나눠지고 있었다

ἐμερίζεσθε

(너희는) 나눠지고 있었다

ἐμερίζοντο

(그들은) 나눠지고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἐπὶ χεῖρα Σελεμία τοῦ ἱερέωσ καὶ Σαδδοὺκ τοῦ γραμματέωσ καὶ Φαδαί̈α ἀπὸ τῶν Λευιτῶν, καὶ ἐπὶ χεῖρα αὐτῶν Ἀνὰν υἱὸσ Ζακχούρ, υἱὸσ Ματθανίου, ὅτι πιστοὶ ἐλογίσθησαν ἐπ’ αὐτοὺσ μερίζειν τοῖσ ἀδελφοῖσ αὐτῶν. (Septuagint, Liber Nehemiae 13:13)

    (70인역 성경, 느헤미야기 13:13)

  • ἄρξομαι δ’ ἀπὸ τῆσ διαιρέσεωσ, προειπὼν ὅτι τῶν πρὸ αὐτοῦ γενομένων συγγραφέων ἢ κατὰ τόπουσ μεριζόντων τὰσ ἀναγραφὰσ ἢ κατὰ χρόνουσ εὐπαρακολουθήτουσ ἐκεῖνοσ οὐδετέραν τούτων τῶν διαιρέσεων ἐδοκίμασεν. (Dionysius of Halicarnassus, , chapter 9 1:1)

    (디오니시오스, , chapter 9 1:1)

  • διὰ τοῦτο δὲ οὐκ εἰσ δώδεκα φυλὰσ συνέταξεν, ὅπωσ αὐτῷ μὴ συμβαίνῃ μερίζειν πρὸσ τὰσ προϋπαρχούσασ τριττῦσ. (Aristotle, Athenian Constitution, work Ath. Pol., chapter 21 3:3)

    (아리스토텔레스, 아테네인들의 정치체제, work Ath. Pol., chapter 21 3:3)

  • ἵνα δὲ συνελὼν εἴπω, δώδεκά που περιόδων οὐσῶν ἃσ παρεθέμην, εἴ τισ αὐτὰσ συμμέτρωσ μερίζοι πρὸσ τὸ πνεῦμα, κώλων δὲ περιλαμβανομένων ἐν ταύταισ οὐκ ἐλαττόνων ἢ τριάκοντα τὰ μὲν εὐεπῶσ συγκείμενα καὶ συνεξεσμένα ταῖσ ἁρμονίαισ οὐκ ἂν εὑρ́οι τισ ἓξ ἢ ἑπτὰ τὰ πάντα κῶλα, φωνηέντων δὲ συμβολὰσ ἐν ταῖσ δώδεκα περιόδοισ ὀλίγου δεῖν τριάκοντα ἡμιφώνων τε καὶ ἀφώνων ἀντιτύπων καὶ πικρῶν καὶ δυσεκφόρων παραβολάσ, ἐξ ὧν αἵ τε ἀνακοπαὶ καὶ τὰ πολλὰ ἐγκαθίσματα τῇ λέξει γέγονε, τοσαύτασ τὸ πλῆθοσ ὥστε ὀλίγου δεῖν καθ’ ἕκαστον αὐτῆσ μόριον εἶναί τι τῶν τοιούτων. (Dionysius of Halicarnassus, De Compositione Verborum, chapter 2291)

    (디오니시오스, De Compositione Verborum, chapter 2291)

  • πάνυ δὲ ὁ Ἰσοκράτησ χαίρει τούτῳ τῷ τρόπῳ τῶν μερισμῶν περιβολὴν ἐργαζόμενοσ, παραδείγματοσ δὲ ἕνεκα ἓν ἢ δύο ἐκ τοῦ περὶ τῆσ εἰρήνησ Ἰσοκράτουσ, εἰσ τοῦτο γὰρ κατέστημεν, καὶ ὁ μερισμόσ, τῶν μὲν οἰκείων ἀμελείασ, τῶν δὲ ἀλλοτρίων ἐπιθυμίασ, εἶτα λέγων τὰ ἐκ τούτων αὐτοῖσ ἀποβάντα ἄτοπα μερίζει, τοὺσ μὲν τάφουσ τοὺσ δημοσίουσ τῶν πολιτῶν ἐνέπλησαν, τὰσ δὲ φρατρίασ καὶ τὰ ληξιαρχικὰ γραμματεῖα ξένων. (Aristides, Aelius, Ars Rhetorica, , 15:3)

    (아리스티데스, 아일리오스, Ars Rhetorica, , 15:3)

유의어

  1. 나누다

  2. 개입하다

  3. 나누이다

  4. to be reckoned as part

파생어

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION