헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

κατανέμω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: κατανέμω κατανεμῶ

형태분석: κατα (접두사) + νέμ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 할당하다, 분배하다, 부여하다, 배분하다, 나누다
  2. 할당하다, 분배하다, 부여하다, 배분하다
  3. 약탈하다, 강탈하다, 빼앗다, 점유하다
  1. to distribute, allot, assign, as pasture-land
  2. to distribute, divide into separate bodies, to assign
  3. to divide among themselves
  4. to occupy, to graze land, to plunder

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατανέμω

(나는) 할당한다

κατανέμεις

(너는) 할당한다

κατανέμει

(그는) 할당한다

쌍수 κατανέμετον

(너희 둘은) 할당한다

κατανέμετον

(그 둘은) 할당한다

복수 κατανέμομεν

(우리는) 할당한다

κατανέμετε

(너희는) 할당한다

κατανέμουσιν*

(그들은) 할당한다

접속법단수 κατανέμω

(나는) 할당하자

κατανέμῃς

(너는) 할당하자

κατανέμῃ

(그는) 할당하자

쌍수 κατανέμητον

(너희 둘은) 할당하자

κατανέμητον

(그 둘은) 할당하자

복수 κατανέμωμεν

(우리는) 할당하자

κατανέμητε

(너희는) 할당하자

κατανέμωσιν*

(그들은) 할당하자

기원법단수 κατανέμοιμι

(나는) 할당하기를 (바라다)

κατανέμοις

(너는) 할당하기를 (바라다)

κατανέμοι

(그는) 할당하기를 (바라다)

쌍수 κατανέμοιτον

(너희 둘은) 할당하기를 (바라다)

κατανεμοίτην

(그 둘은) 할당하기를 (바라다)

복수 κατανέμοιμεν

(우리는) 할당하기를 (바라다)

κατανέμοιτε

(너희는) 할당하기를 (바라다)

κατανέμοιεν

(그들은) 할당하기를 (바라다)

명령법단수 κατανέμε

(너는) 할당해라

κατανεμέτω

(그는) 할당해라

쌍수 κατανέμετον

(너희 둘은) 할당해라

κατανεμέτων

(그 둘은) 할당해라

복수 κατανέμετε

(너희는) 할당해라

κατανεμόντων, κατανεμέτωσαν

(그들은) 할당해라

부정사 κατανέμειν

할당하는 것

분사 남성여성중성
κατανεμων

κατανεμοντος

κατανεμουσα

κατανεμουσης

κατανεμον

κατανεμοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατανέμομαι

(나는) 할당된다

κατανέμει, κατανέμῃ

(너는) 할당된다

κατανέμεται

(그는) 할당된다

쌍수 κατανέμεσθον

(너희 둘은) 할당된다

κατανέμεσθον

(그 둘은) 할당된다

복수 κατανεμόμεθα

(우리는) 할당된다

κατανέμεσθε

(너희는) 할당된다

κατανέμονται

(그들은) 할당된다

접속법단수 κατανέμωμαι

(나는) 할당되자

κατανέμῃ

(너는) 할당되자

κατανέμηται

(그는) 할당되자

쌍수 κατανέμησθον

(너희 둘은) 할당되자

κατανέμησθον

(그 둘은) 할당되자

복수 κατανεμώμεθα

(우리는) 할당되자

κατανέμησθε

(너희는) 할당되자

κατανέμωνται

(그들은) 할당되자

기원법단수 κατανεμοίμην

(나는) 할당되기를 (바라다)

κατανέμοιο

(너는) 할당되기를 (바라다)

κατανέμοιτο

(그는) 할당되기를 (바라다)

쌍수 κατανέμοισθον

(너희 둘은) 할당되기를 (바라다)

κατανεμοίσθην

(그 둘은) 할당되기를 (바라다)

복수 κατανεμοίμεθα

(우리는) 할당되기를 (바라다)

κατανέμοισθε

(너희는) 할당되기를 (바라다)

κατανέμοιντο

(그들은) 할당되기를 (바라다)

명령법단수 κατανέμου

(너는) 할당되어라

κατανεμέσθω

(그는) 할당되어라

쌍수 κατανέμεσθον

(너희 둘은) 할당되어라

κατανεμέσθων

(그 둘은) 할당되어라

복수 κατανέμεσθε

(너희는) 할당되어라

κατανεμέσθων, κατανεμέσθωσαν

(그들은) 할당되어라

부정사 κατανέμεσθαι

할당되는 것

분사 남성여성중성
κατανεμομενος

κατανεμομενου

κατανεμομενη

κατανεμομενης

κατανεμομενον

κατανεμομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατένεμον

(나는) 할당하고 있었다

κατένεμες

(너는) 할당하고 있었다

κατένεμεν*

(그는) 할당하고 있었다

쌍수 κατενέμετον

(너희 둘은) 할당하고 있었다

κατενεμέτην

(그 둘은) 할당하고 있었다

복수 κατενέμομεν

(우리는) 할당하고 있었다

κατενέμετε

(너희는) 할당하고 있었다

κατένεμον

(그들은) 할당하고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατενεμόμην

(나는) 할당되고 있었다

κατενέμου

(너는) 할당되고 있었다

κατενέμετο

(그는) 할당되고 있었다

쌍수 κατενέμεσθον

(너희 둘은) 할당되고 있었다

κατενεμέσθην

(그 둘은) 할당되고 있었다

복수 κατενεμόμεθα

(우리는) 할당되고 있었다

κατενέμεσθε

(너희는) 할당되고 있었다

κατενέμοντο

(그들은) 할당되고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • οἱ δὲ τὰ βέλτιστα τῷ κοινῷ φρονοῦντεσ ἀνιαρῶσ διακείμενοι καὶ περιφόβωσ ὡσ οὐδενὸσ τῶν κοινῶν ἔτι γενησόμενοι κύριοι καὶ διέστησαν εἰσ μέρη πολλά, τῶν μὲν ἀγεννεστέρων τὰσ φύσεισ ἅπαντα συγχωρεῖν τοῖσ κρατοῦσιν ἀναγκαζομένων καὶ κατανέμειν ἑαυτοὺσ εἰσ τὰσ ὀλιγαρχικὰσ ἑταιρίασ, τῶν δ’ ἧττον ψοφοδεῶν ἀφισταμένων τῆσ ὑπὲρ τῶν κοινῶν φροντίδοσ καὶ τὸν ἀπράγμονα βίον μεθαρμοττομένων· (Dionysius of Halicarnassus, Antiquitates Romanae, Books X-XX, book 11, chapter 22 2:1)

    (디오니시오스, Antiquitates Romanae, Books X-XX, book 11, chapter 22 2:1)

  • ᾐτιῶντο δὲ ἀλλήλουσ ἑκάτεροι θαμινὰ ἢ τὴν μὴ προσήκουσαν ὀργάδα κατανέμειν ἢ τὴν κοινὴν μόνουσ διακρατεῖν ἢ ὅ τι δήποτε τύχοι. (Dionysius of Halicarnassus, Antiquitates Romanae, book 1, chapter 79 17:2)

    (디오니시오스, Antiquitates Romanae, book 1, chapter 79 17:2)

  • ἐπὶ ἱερέωσ Κλειναγόρου, ἐαρινῆσ πυλαίασ, ἔδοξε τοῖσ πυλαγόροισ καὶ τοῖσ συνέδροισ τῶν Ἀμφικτυόνων καὶ τῷ κοινῷ τῶν Ἀμφικτυόνων, ἐπειδὴ Ἀμφισσεῖσ ἐπιβαίνουσιν ἐπὶ τὴν ἱερὰν χώραν καὶ σπείρουσι καὶ βοσκήμασι κατανέμουσιν, ἐπελθεῖν τοὺσ πυλαγόρουσ καὶ τοὺσ συνέδρουσ καὶ στήλαισ διαλαβεῖν τοὺσ ὁρ́ουσ, καὶ ἀπειπεῖν τοῖσ Ἀμφισσεῦσι τοῦ λοιποῦ μὴ ἐπιβαίνειν. (Demosthenes, Speeches 11-20, 227:1)

    (데모스테네스, Speeches 11-20, 227:1)

  • ἐπειδὴ δὲ ἑκατέρων προελόμενοί τινασ διεξεληλύθαμεν, χωρὶσ μὲν τοὺσ διὰ σωφροσύνησ ἐρωμένουσ, χωρὶσ δὲ τοὺσ εἰσ ἑαυτοὺσ ἐξαμαρτάνοντασ, ὑμεῖσ ἤδη τοῦτ’ ἐρωτηθέντεσ ἀποκρίνασθε πρὸσ ἐμέ, εἰσ ὁποτέραν τὴν τάξιν Τίμαρχον κατανέμετε, πότερα εἰσ τοὺσ ἐρωμένουσ ἢ εἰσ τοὺσ πεπορνευμένουσ. (Aeschines, Speeches, , section 1592)

    (아이스키네스, 연설, , section 1592)

  • ἄνδρασ ἐκ τῶν ἐντιμοτάτων βουλευτῶν ἑλέσθαι δέκα, οἵτινεσ ἐπελθόντεσ τὴν δημοσίαν γῆν ἀφοριοῦσι, καὶ εἴ τινα ἐξ αὐτῆσ κλέπτοντεσ ἢ βιαζόμενοί τινεσ ἰδιῶται κατανέμουσιν ἢ ἐπεργάζονται διαγνόντεσ ἀποδώσουσι τῷ δημοσίῳ. (Dionysius of Halicarnassus, Antiquitates Romanae, Books VII-IX, book 8, chapter 73 4:2)

    (디오니시오스, Antiquitates Romanae, Books VII-IX, book 8, chapter 73 4:2)

유의어

  1. 할당하다

  2. to divide among themselves

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION