헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

προσδιανέμω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: προσδιανέμω προσδιανεμῶ

형태분석: προς (접두사) + διανέμ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to distribute besides, to divide among themselves besides

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσδιανέμω

προσδιανέμεις

προσδιανέμει

쌍수 προσδιανέμετον

προσδιανέμετον

복수 προσδιανέμομεν

προσδιανέμετε

προσδιανέμουσιν*

접속법단수 προσδιανέμω

προσδιανέμῃς

προσδιανέμῃ

쌍수 προσδιανέμητον

προσδιανέμητον

복수 προσδιανέμωμεν

προσδιανέμητε

προσδιανέμωσιν*

기원법단수 προσδιανέμοιμι

προσδιανέμοις

προσδιανέμοι

쌍수 προσδιανέμοιτον

προσδιανεμοίτην

복수 προσδιανέμοιμεν

προσδιανέμοιτε

προσδιανέμοιεν

명령법단수 προσδιάνεμε

προσδιανεμέτω

쌍수 προσδιανέμετον

προσδιανεμέτων

복수 προσδιανέμετε

προσδιανεμόντων, προσδιανεμέτωσαν

부정사 προσδιανέμειν

분사 남성여성중성
προσδιανεμων

προσδιανεμοντος

προσδιανεμουσα

προσδιανεμουσης

προσδιανεμον

προσδιανεμοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσδιανέμομαι

προσδιανέμει, προσδιανέμῃ

προσδιανέμεται

쌍수 προσδιανέμεσθον

προσδιανέμεσθον

복수 προσδιανεμόμεθα

προσδιανέμεσθε

προσδιανέμονται

접속법단수 προσδιανέμωμαι

προσδιανέμῃ

προσδιανέμηται

쌍수 προσδιανέμησθον

προσδιανέμησθον

복수 προσδιανεμώμεθα

προσδιανέμησθε

προσδιανέμωνται

기원법단수 προσδιανεμοίμην

προσδιανέμοιο

προσδιανέμοιτο

쌍수 προσδιανέμοισθον

προσδιανεμοίσθην

복수 προσδιανεμοίμεθα

προσδιανέμοισθε

προσδιανέμοιντο

명령법단수 προσδιανέμου

προσδιανεμέσθω

쌍수 προσδιανέμεσθον

προσδιανεμέσθων

복수 προσδιανέμεσθε

προσδιανεμέσθων, προσδιανεμέσθωσαν

부정사 προσδιανέμεσθαι

분사 남성여성중성
προσδιανεμομενος

προσδιανεμομενου

προσδιανεμομενη

προσδιανεμομενης

προσδιανεμομενον

προσδιανεμομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to distribute besides

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION