Ancient Greek-English Dictionary Language

μελαγχολικός

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: μελαγχολικός μελαγχολική μελαγχολικόν

Structure: μελαγχολικ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: from mela/gxolos

Sense

  1. atrabilious, choleric

Declension

First/Second declension

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Examples

  • διὰ τόδε καὶ μελαγχολικοὺσ καὶ φυσώδεασ τούσδε ἐκίκλησκον οἱ πρόσθεν· μετεξετέροισι δὲ οὔτε φῦσα οὔτε μέλαινα χολὴ ἐγγίγνεται , ὀργὴ δὲ ἄκρητοσ καὶ λύπη καὶ κατηφείη δεινή. (Aretaeus, The Extant Works of Aretaeus, The Cappadocian., , 34)
  • καὶ τούσδε οὖν μελαγχολικοὺσ καλέομεν, χολῇ μὲν τῆσ ὀργῆσ συμφραζομένησ· μελαίνῃ δὲ, πολλῆσ καὶ θηριώδεοσ· τέκμαρ δὲ Ὅμηροσ, ἔνθα φησὶ, Τοῖσι δ’ ἀνέστη Ἥρωσ Ἀτρείδησ εὐρυκρείων Ἀγαμέμνων Ἀχνύμενοσ· μενεοσ δὲ μέγα φρένεσ ἀμφὶ μελαιναι Πίμπλαντ’, ὄσσε δέ οἱ πυρὶ λαμπετόωντι ἐί̈κτην. (Aretaeus, The Extant Works of Aretaeus, The Cappadocian., , 35)
  • Τοὺσ δὲ μελαγχολικοὺσ, ἁδροτέρωσ τὰσ κάτω, τῷ αὐτῷ λογισμῷ τἀναντία προστιθείσ. (Hippocrates, Oeuvres Completes D'Hippocrate., AFORISMOI., 83.8)

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION