Ancient Greek-English Dictionary Language

κλυτός

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: κλυτός κλυτή κλυτόν

Structure: κλυτ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: klu/w

Sense

  1. heard of, famous, renowned, glorious
  2. noble, splendid, beauteous

Examples

  • τηλαυγέϊ γὰρ [ἐν] φάρεϊ βορήϊαι πίτνον αὖραι κλυτᾶσ ἕκατι π[ο]λεμαίγιδοσ Ἀθάνασ· (Bacchylides, , dithyrambs, ode 17 1:2)
  • τόθι κλυτὰσ ἰδὼν ἔδεισ’ ὀλβίοιο Νη‐ ρέοσ κόρασ· (Bacchylides, , dithyrambs, ode 17 5:5)
  • μήτε τισ ἄρσην, μηδ’ αὖ τῶν ^ ποταμῶν μενέτω νόσφ’ Ὠκεανοῖο μηδέ τε νυμφάων, ἀλλ’ ἐσ Διὸσ ἔλθετε πάντεσ εἰσ ἀγορήν, ὅσσοι τε κλυτὰσ δαίνυσθ’ ἑκατόμβασ, ὅσσοι τ’ αὖ μέσατοι ἢ ὕστατοι ἢ μάλα πάγχυ νώνυμνοι βωμοῖσι παρ’ ἀκνίσοισι κάθησθε. (Lucian, Juppiter trageodeus, (no name) 6:18)
  • ὦ θεόμορ’ Ἀρκεσίλα, σύ τοί νιν κλυτᾶσ αἰῶνοσ ἀκρᾶν βαθμίδων ἄπο σὺν εὐδοξίᾳ μετανίσεαι ἕκατι χρυσαρμάτου Κάστοροσ· (Pindar, Odes, pythian odes, pythian 5 1:2)
  • ἡρ́ωσ θεὸσ ἃσ ἔθηκε ναυτιλίασ ἐσχάτασ μάρτυρασ κλυτάσ· (Pindar, Odes, nemean odes, nemean 3 7:1)

Synonyms

  1. heard of

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION