Ancient Greek-English Dictionary Language

φύλλον

Second declension Noun; Neuter 자동번역 Transliteration:

Principal Part: φύλλον φύλλου

Structure: φυλλ (Stem) + ον (Ending)

Etym.: fle/w

Sense

  1. leaf
  2. (in the plural) foliage
  3. plant

Declension

Second declension

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Examples

  • ἀλλ̓ οὐ στέφονται Δελφίδοσ φύλλῳ δάφνησ. (Lucian, 20)
  • ὅθι ποικιλόνωτοσ οἰ‐ νωπὸσ δράκων, σκιερᾷ κατάχαλκοσ εὐ‐ φύλλῳ δάφνᾳ, γᾶσ πελώριον τέρασ, ἄμφεπε μαντεῖ‐ ον Χθόνιον. (Euripides, Iphigenia in Tauris, choral, strophe 13)
  • ἐπειδὰν γὰρ ξηράνωσι τὴν κολόκυνθαν, κοιλάναντεσ αὐτὴν καὶ ἐξελόντεσ τὴν ἐντεριώνην ἐμπλέουσιν, ἱστοῖσ μὲν χρώμενοι καλαμίνοισ, ἀντὶ δὲ τῆσ ὀθόνησ τῷ φύλλῳ τῆσ κολοκύνθησ. (Lucian, Verae Historiae, book 2 37:6)
  • αἰγείρου φύλλῳ πεφορημένῳ ἐξ ἀνέμοιο πληγεὶσ Χαιρήμων ὕπτιοσ ἐξετάθη. (Unknown, Greek Anthology, Volume IV, book 11, chapter 1071)
  • σχῆμα δ’, ἂν τῶν γεωμετρικῶν τινὶ σχημάτων εἰκάσῃσ, ὡσ τὴν Σικελίαν τριγώνῳ, ἢ τῶν ἄλλων γνωρίμων τινὶ σχημάτων, οἱο͂ν τὴν Ἰβηρίαν βύρσῃ, τὴν Πελοπόννησον πλατάνου φύλλῳ· (Strabo, Geography, book 2, chapter 1 58:8)

Synonyms

  1. leaf

  2. foliage

  3. plant

Related

Source: Ancient Greek entries from Wiktionary

Find this word at Wiktionary

SEARCH

MENU NAVIGATION