Ancient Greek-English Dictionary Language

ἑκοντί

Adjective; Transliteration:

Principal Part: ἑκοντί

Sense

  1. willingly

Examples

  • ἀλλ’ ἑκ[όν]τι νόῳ, ! (Bacchylides, , epinicians, ode 4 Pu/qia.> 1:15)
  • διὸ τῷ μὲν ἑκοντὶ συνέβαινε πολεμεῖν ἐπ’ ἀρχῇ, τῷ δὲ ἀκουσίωσ ἄρχειν διὰ τὸ πολεμεῖσθαι. (Plutarch, Comparison of Sertorius and Eumenes, chapter 2 2:2)
  • ἐπεὶ δὲ ἀπολογησάμενοσ πρὸσ ταῦτα Καῖσαρ ἔπεισε τὴν σύγκλητον, ἔτι μᾶλλον οἱ θαυμάζοντεσ αὐτὸν ἐπήρθησαν, καὶ παρεκελεύοντο μηδενὶ τοῦ φρονήματοσ ὑφίεσθαι πάντων γὰρ ἑκόντι τῷ δήμῳ περιέσεσθαι καὶ πρωτεύσειν. (Plutarch, Caesar, chapter 6 4:2)
  • "τροφὴν οὐκ εἶχον τοῖσ στρατιώταισ παρέχειν, πρὸσ τοὺσ ἔχοντασ οὖν ἑκοντὶ δ’ οὐ διδόντασ βίᾳ ληψόμενοσ ἦλθον· (Plutarch, Apophthegmata Laconica, , section 81)
  • κράτιστα δή μοι τῶν παρεστώτων τότε ἐφαίνετ’ εἶναι προσλαβόντα μητέρα ἑκόνθ’ ἑκόντι Ζηνὶ συμπαραστατεῖν. (Aeschylus, Prometheus Bound, episode8)

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION