Ancient Greek-English Dictionary Language

εἴβω

Non-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: εἴβω

Structure: εί̓β (Stem) + ω (Ending)

Etym.: epic form of lei/bw,

Sense

  1. to drop, let fall in drops, to trickle down

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular εί̓βω εί̓βεις εί̓βει
Dual εί̓βετον εί̓βετον
Plural εί̓βομεν εί̓βετε εί̓βουσιν*
SubjunctiveSingular εί̓βω εί̓βῃς εί̓βῃ
Dual εί̓βητον εί̓βητον
Plural εί̓βωμεν εί̓βητε εί̓βωσιν*
OptativeSingular εί̓βοιμι εί̓βοις εί̓βοι
Dual εί̓βοιτον εἰβοίτην
Plural εί̓βοιμεν εί̓βοιτε εί̓βοιεν
ImperativeSingular εί̓βε εἰβέτω
Dual εί̓βετον εἰβέτων
Plural εί̓βετε εἰβόντων, εἰβέτωσαν
Infinitive εί̓βειν
Participle MasculineFeminineNeuter
εἰβων εἰβοντος εἰβουσα εἰβουσης εἰβον εἰβοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular εί̓βομαι εί̓βει, εί̓βῃ εί̓βεται
Dual εί̓βεσθον εί̓βεσθον
Plural εἰβόμεθα εί̓βεσθε εί̓βονται
SubjunctiveSingular εί̓βωμαι εί̓βῃ εί̓βηται
Dual εί̓βησθον εί̓βησθον
Plural εἰβώμεθα εί̓βησθε εί̓βωνται
OptativeSingular εἰβοίμην εί̓βοιο εί̓βοιτο
Dual εί̓βοισθον εἰβοίσθην
Plural εἰβοίμεθα εί̓βοισθε εί̓βοιντο
ImperativeSingular εί̓βου εἰβέσθω
Dual εί̓βεσθον εἰβέσθων
Plural εί̓βεσθε εἰβέσθων, εἰβέσθωσαν
Infinitive εί̓βεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
εἰβομενος εἰβομενου εἰβομενη εἰβομενης εἰβομενον εἰβομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to drop

Related

Derived

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION