Ancient Greek-English Dictionary Language

διπλάσιος

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: διπλάσιος διπλάσιη διπλάσιον

Structure: διπλασι (Stem) + ος (Ending)

Etym.: di/s

Sense

  1. twofold, double, twice as much as, twice as many as, as long as, twice the size of
  2. as much again
  3. doubly

Examples

  • ὑμεῖσ δὲ περιμείνατε, διπλάσιον ἀποισόμενοι τὸν μισθὸν ἐπ’ ἀμφοτέραισ ταῖσ δίκαισ. (Lucian, Bis accusatus sive tribunalia, (no name) 33:2)
  • Καλλίστρατοσ ἐν Μακεδονίᾳ πωλουμένου τοῦ ἐλλιμενίου ὡσ ἐπὶ τὸ πολὺ εἴκοσι ταλάντων, ἐποίησεν εὑρεῖν τὸ διπλάσιον· (Aristotle, Economics, Book 2 83:1)
  • εἰ δὲ καὶ τῷ τόπῳ διπλασιάσαι ἐθέλοιμεν τὸ μῆκοσ, ὡσ ἀντὶ σταδίων πέντε ἐσ δέκα ἐκτεῖναι τὴν τάξιν, τοὺσ ἐκ τοῦ βάθουσ παρεμβληθέντασ ἐσ τὸ κατὰ μῆκοσ μέσον τῶν ὁπλιτῶν διάστημα ἐπὶ τὰ δεξιὰ κελεύσομεν ἐξελίσσεσθαι, τοὺσ δὲ λοιποὺσ καὶ ἡμίσεασ αὐτῶν ἐπὶ τὰ εὐώνυμα, ἀπὸ τῶν πρὸσ τοῖσ κέρασι δευτέρων λόχων ἀρχόμενοι, καὶ οὕτω διπλάσιον ἐφέξει χῶρον ἡ πᾶσα τάξισ. (Arrian, chapter 25 6:1)
  • διπλάσιον ἀπόλαβε τὸ μίσθωμα. (Lucian, Dialogi meretricii, 4:3)
  • ἢ τίνοσ ἂν φροντίσαι φυλακῆσ, λήσειν ἐλπίσαντα καὶ λήψεσθαι διπλάσιον οὗ νῦν εἴληφε χρυσίου; (Dinarchus, Speeches, 10:3)

Synonyms

  1. doubly

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION