헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

δίκελλα

1군 변화 명사; 여성 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: δίκελλα δίκελλης

형태분석: δικελλ (어간) + α (어미)

어원: di/s, ke/llw

  1. a mattock, a two-pronged hoe

곡용 정보

1군 변화

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • τὸν γοῦν Ἰκάριον, ᾧ πρώτῳ ἔδωκε τὸ κλῆμα, οἱ ξυμπόται αὐτοὶ διέφθειραν παίοντεσ ταῖσ δικέλλαισ. (Lucian, Dialogi deorum, 4:1)

    (루키아노스, Dialogi deorum, 4:1)

  • ὥστ’ ἔγωγ’ ἤδη ’πιθυμῶ καὐτὸσ ἐλθεῖν εἰσ ἀγρὸν καὶ τριαινοῦν τῇ δικέλλῃ διὰ χρόνου τὸ γῄδιον. (Aristophanes, Peace, Choral, trochees9)

    (아리스토파네스, Peace, Choral, trochees9)

  • ὥστε ὑπὸ τῶν κακῶν ἐπὶ ταύτην τὴν ἐσχατιὰν τραπόμενοσ ἐναψάμενοσ διφθέραν ἐργάζομαι τὴν γῆν ὑπόμισθοσ ὀβολῶν τεττάρων, τῇ ἐρημίᾳ καὶ τῇ δικέλλῃ προσφιλοσοφῶν. (Lucian, Timon, (no name) 5:3)

    (루키아노스, Timon, (no name) 5:3)

  • τί παθὼν οὖν τοιοῦτόσ ἐστιν, αὐχμηρόσ, ἄθλιοσ,^ καὶ σκαπανεὺσ καὶ μισθωτόσ, ὡσ ἐοίκεν, οὕτω βαρεῖαν καταφέρων τὴν δίκελλαν; (Lucian, Timon, (no name) 7:10)

    (루키아노스, Timon, (no name) 7:10)

  • οὗτοι δὲ οἱ λάροι τῇ πενίᾳ συνέστωσαν, ἣν προτιμῶσιν ἡμῶν, καὶ διφθέραν παρ’ αὐτῆσ λαβόντεσ καὶ δίκελλαν ἀγαπάτωσαν ἄθλιοι τέτταρασ ὀβολοὺσ ἀποφέροντεσ, οἱ δεκαταλάντουσ δωρεὰσ ἀμελητὶ προϊέμενοι. (Lucian, Timon, (no name) 12:4)

    (루키아노스, Timon, (no name) 12:4)

  • πάνυ γὰρ αὐτὸν ἡ δίκελλα πεπαιδαγώγηκεν, εἰ μὴ παντάπασιν ἀνάλγητόσ ἐστι τὴν ὀσφῦν, ὡσ χρῆν σὲ ἀντὶ τῆσ πενίασ προαιρεῖσθαι. (Lucian, Timon, (no name) 13:2)

    (루키아노스, Timon, (no name) 13:2)

  • ἱκανὸσ ἐμοὶ πλοῦτοσ ἡ δίκελλα, τὰ δ’ ἄλλα εὐδαιμονέστατόσ εἰμι μηδενόσ μοι πλησιάζοντοσ, οὕτωσ, ὦ τάν, ἀπανθρώπωσ; (Lucian, Timon, (no name) 35:4)

    (루키아노스, Timon, (no name) 35:4)

  • ἄγε, ὦ δίκελλα, νῦν μοι ἐπίρρωσον σεαυτὴν καὶ μὴ κάμῃσ ἐκ τοῦ βάθουσ τὸν Θησαυρὸν ἐσ τοὐμφανὲσ προκαλουμένη. (Lucian, Timon, (no name) 41:1)

    (루키아노스, Timon, (no name) 41:1)

  • Ὦ δίκελλα καὶ φιλτάτη διφθέρα, ὑμᾶσ μὲν τῷ Πανὶ τούτῳ ἀναθεῖναι καλὸν αὐτὸσ δὲ ἤδη πᾶσαν πριάμενοσ τὴν ἐσχατιάν, πυργίον οἰκοδομησάμενοσ ὑπὲρ τοῦ θησαυροῦ μόνῳ ἐμοὶ ἱκανὸν ἐνδιαιτᾶσθαι, τὸν αὐτὸν καὶ τάφον ἀποθανὼν ἕξειν μοιδοκῶ. (Lucian, Timon, (no name) 42:2)

    (루키아노스, Timon, (no name) 42:2)

  • ἡ ῥὶσ Κάστορόσ ἐστιν, ὅταν σκάπτῃ τι, δίκελλα· (Unknown, Greek Anthology, Volume IV, book 11, chapter 2031)

    (작자 미상, Greek Anthology, Volume IV, book 11, chapter 2031)

유의어

  1. a mattock

관련어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION