Ancient Greek-English Dictionary Language

βωμολόχος

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: βωμολόχος βωμολόχη βωμολόχον

Structure: βωμολοχ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: loxa/w

Sense

  1. one that lurked about the altars for the scraps that could be got there, a half-starved beggar
  2. one who would do any dirty work to get a meal, a lick-spittle, low jester, buffoon, ribald trick, vulgar

Examples

  • ἔχων δὲ πρόσταγμα παρὰ τοῦ Ἀλκιβιάδου μηδ’ ἂν ἐπιπλέωσιν οἱ πολέμιοι διαναυμαχεῖν, οὕτωσ ἐξύβρισε καὶ κατεφρόνησεν ὥστε τὴν αὑτοῦ πληρωσάμενοσ τριήρη καὶ τῶν ἄλλων μίαν ἐπιπλεῦσαι τῇ Ἐφέσῳ καὶ παρὰ τὰσ πρῴρασ τῶν πολεμίων νεῶν πολλὰ καὶ πράττων καὶ φθεγγόμενοσ ἀκόλαστα καὶ βωμολόχα παρεξελαύνειν. (Plutarch, , chapter 35 5:1)
  • κατόπιν δ’ εἵποντο Σελευκίδεσ ἑταῖραι μουσουργοί, πολλὰ βωμολόχα καὶ γελοῖα δι’ ᾀσμάτων εἰσ θηλύτητα καὶ ἀνανδρίαν τοῦ Κράσσου λέγουσαι. (Plutarch, chapter 32 3:1)

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION