Ancient Greek-English Dictionary Language

ἄτροφος

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: ἄτροφος ἄτροφη ἄτροφον

Structure: ἀ (Prefix) + τροφ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: tre/fw

Sense

  1. not fed, ill-fed

Examples

  • κοινῶσ μέντοι ἡ θρίδαξ εὐστόμαχοσ, ψυκτική, εὐκοίλιοσ, ὑπνωτική, εὔχυλοσ, ἐφεκτικὴ τῆσ πρὸσ τὰ ἀφροδίσια ὁρμῆσ, ἡ δὲ τρυφερωτέρα θρίδαξ εὐστομαχωτέρα καὶ μᾶλλον ὕπνον ποιοῦσα, ἡ δὲ σκληροτέρα καὶ ψαθυρὰ ἧττόν ἐστι καὶ εὐστόμαχοσ καὶ εὐκοίλιοσ, ὕπνον τε ποιεῖ, ἡ δὲ μέλαινα θρίδαξ ψύχει μᾶλλον εὐκοίλιόσ τέ ἐστι, , καὶ αἱ μὲν θερινοὶ εὐχυλότεραι καὶ τροφιμώτεραι, αἱ δὲ φθινοπωρινοὶ ἄτροφοι καὶ ἀχυλότεραι. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 2, book 2, chapter 812)
  • τροφαὶ ἄτροφοι, ψυχραὶ, βραχέα μὲν τὰ σιτώδη· τὰ πλεῖστα, λάχανα, μαλάχη, βλίτον, θριδακίνη, ἑψητὴ κολοκύν τη, σίκυοσ ἑφθὸσ, πεπέων ὡραῖοσ· οἴνου δὲ, καὶ κρειῶν, μέσφι πολλῆσ ἀναλήψιοσ, φειδώ. (Aretaeus, The Extant Works of Aretaeus, The Cappadocian., ARETAIOU KAPPADOKOU OCEWN NOUSWN QERAPEUTIKON, 350)

Synonyms

  1. not fed

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION