Ancient Greek-English Dictionary Language

ἀσύμμετρος

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: ἀσύμμετρος

Structure: ἀσυμμετρ (Stem) + ος (Ending)

Sense

  1. having no common measure, with
  2. unsymmetrical, disproportionate

Examples

  • τὰ δὲ ἀπὸ τῶν μήκει ἀσυμμέτρων εὐθειῶν τετράγωνα πρὸσ ἄλληλα λόγον οὐκ ἔχει, ὅνπερ τετράγωνοσ ἀριθμὸσ πρὸσ τετράγωνον ἀριθμόν· (Euclid, Elements, book 10, type Prop 1164)
  • Δύο μέσων ἀσυμμέτρων ἀλλήλοισ συντιθεμένων αἱ λοιπαὶ δύο ἄλογοι γίγνονται ἤτοι ἐκ δύο μέσων δευτέρα ἢ [ἡ] δύο μέσα δυναμένη. (Euclid, Elements, book 10, type Prop 2631)
  • Δύο ἄρα μέσων ἀσυμμέτρων ἀλλήλοισ συντιθεμένων αἱ λοιπαὶ δύο ἄλογοι γίγνονται ἤτοι ἐκ δύο μέσων δευτέρα ἢ δύο μέσα δυναμένη. (Euclid, Elements, book 10, type Prop 2658)

Synonyms

  1. having no common measure

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION