Ancient Greek-English Dictionary Language

ἁρμονικός

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: ἁρμονικός

Structure: ἁρμονικ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: a(rmoni/a

Sense

  1. skilled in music, music

Examples

  • ἀλλ’ οὐκ ἂν ἀγροίκωσ γε οἶμαι λοιδορήσειαν, ἀλλ’ ὥσπερ ἂν μουσικὸσ ἐντυχὼν ἀνδρὶ οἰομένῳ ἁρμονικῷ εἶναι, ὅτι δὴ τυγχάνει ἐπιστάμενοσ ὡσ οἱο͂́ν τε ὀξυτάτην καὶ βαρυτάτην χορδὴν ποιεῖν, οὐκ ἀγρίωσ εἴποι ἄν· (Plato, Parmenides, Philebus, Symposium, Phaedrus, 275:2)
  • "καίτοι Δελφοί γε τὰσ Μούσασ οὕτωσ ὠνόμαζον, οὐκ ὀρθῶσ ἑνὶ μαθήματι, μᾶλλον δὲ μορίῳ μαθήματοσ ἑνὸσ τοῦ μουσικοῦ , τῷ γ’ ἁρμονικῷ, προστιθέντεσ. (Plutarch, Quaestiones Convivales, book 1, 7:5)

Synonyms

  1. skilled in music

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION