Ancient Greek-English Dictionary Language

ἁρμονικός

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: ἁρμονικός

Structure: ἁρμονικ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: a(rmoni/a

Sense

  1. skilled in music, music

Examples

  • "πανταχοῦ μὲν οὖν ἀταξία πονηρόν, ἐν δ’ ἀνθρώποισ, καὶ ταῦτα πίνουσιν, ἐγγινομένη μάλιστα τὴν αὑτῆσ ἀναδείκνυσι μοχθηρίαν ὕβρει καὶ κακοῖσ ἄλλοισ ἀμυθήτοισ, ὁὶ προϊδέσθαι καὶ φυλάξασθαι τακτικοῦ καὶ ἁρμονικοῦ ἀνδρόσ ἐστιν. (Plutarch, Quaestiones Convivales, book 1, 25:6)
  • τὸ δὲ συμπόσιον ἦν Ἀθήνησιν, Ἐράτωνοσ τοῦ ἁρμονικοῦ ταῖσ Μούσαισ τεθυκότοσ καὶ πλείονασ ἑστιῶντοσ, παντοδαπῶν γὰρ μετὰ τὸ δειπνῆσαι στεφάνων περιφερομένων, ὁ Ἀμμώνιοσ ἐπέσκωψέ πωσ ἡμᾶσ ἀντὶ τοῦ δαφνίνου τοῖσ ῥοδίνοισ ἀναδησαμένουσ ὅλωσ γὰρ εἶναι τοὺσ ἀνθίνουσ κορασιώδεισ καὶ παιζούσαισ μᾶλλον ἐπιτηδείουσ; (Plutarch, Quaestiones Convivales, book 3, 2:1)

Synonyms

  1. skilled in music

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION