Ancient Greek-English Dictionary Language

ἀπαίδευτος

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: ἀπαίδευτος ἀπαίδευτη ἀπαίδευτον

Structure: ἀ (Prefix) + παιδευτ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: paideu/w

Sense

  1. uneducated, uninstructed in
  2. ignorant, boorish, coarse
  3. without education

Declension

First/Second declension

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Examples

  • αἰσχύνη πατρὸσ ἐν γεννήσει ἀπαιδεύτου, θυγάτηρ δὲ ἐπ̓ ἐλαττώσει γίνεται. (Septuagint, Liber Sirach 22:3)
  • Πολυβίου δέ τινοσ, κομιδῇ ἀπαιδεύτου ἀνθρώπου καὶ σολοίκου, εἰπόντοσ, Ὁ βασιλεύσ με τῇ Ῥωμαίων πολιτείᾳ τετίμηκεν· (Lucian, (no name) 40:1)
  • "καὶ μὴν οὔτε σώματοσ ἀγύμναστοσ ἕξισ ἥλιον, οὔτ’ Ἔρωτα δύναται φέρειν ἀλύπωσ τρόποσ ἀπαιδεύτου ψυχῆσ· (Plutarch, Amatorius, section 19 3:5)
  • Ἀντωνίῳ δὲ λαμπρῷ καθ’ ὡρ́αν γενομένῳ τὴν Κουρίωνοσ φιλίαν καὶ συνήθειαν ὥσπερ τινὰ κῆρα προσπεσεῖν λέγουσιν, αὐτοῦ τε περὶ τὰσ ἡδονὰσ ἀπαιδεύτου γενομένου, καὶ τὸν Ἀντώνιον, ὡσ μᾶλλον εἰή χειροήθησ, εἰσ πότουσ καὶ γύναια καὶ δαπάνασ πολυτελεῖσ καὶ ἀκολάστουσ ἐμβάλλοντοσ. (Plutarch, Antony, chapter 2 3:1)
  • ἔστι γάρ τινα πρέποντα τῷ τοιούτῳ λέγειν ἐν παιδιᾶσ μέρει καὶ ἀκούειν, καὶ ἡ τοῦ ἐλευθερίου παιδιὰ διαφέρει τῆσ τοῦ ἀνδραποδώδουσ, καὶ πεπαιδευμένου καὶ ἀπαιδεύτου. (Aristotle, Nicomachean Ethics, Book 4 145:4)

Synonyms

  1. without education

Related

Derived

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION