Ancient Greek-English Dictionary Language

χειμέριος

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: χειμέριος χειμέριᾱ χειμέριον

Structure: χειμερι (Stem) + ος (Ending)

Etym.: xei=ma

Sense

  1. wintry, stormy, the wintry or stormy, the most wintry, stormy, stormy, summer, wintry
  2. raging, wintry, stormy, in the winter season.

Examples

  • καινὴν δέ τινα καὶ ἀτριβῆ τοῖσ ἄλλοισ πορευθῆναι βουληθεὶσ ὁδὸν θερείαισ καὶ χειμερίοισ ὡρ́αισ ἀκολουθῶν ἐμέρισε τὴν ἱστορίαν. (Dionysius of Halicarnassus, , chapter 9 1:4)
  • Ἕβρου χειμερίοισ ἀταλὸσ κρυμοῖσι δεθέντοσ κοῦροσ ὀλισθηροῖσ ποσσὶν ἔθραυσε πάγον, τοῦ παρασυρομένοιο περιρραγὲσ αὐχέν’ ἔκοψεν θηγαλέον ποταμοῦ Βιστονίοιο τρύφοσ. (Unknown, Greek Anthology, Volume II, book 7, chapter 5421)
  • χρυσὸσ ἄπληστον κύμασι χειμερίοισ ὤλεσε ναυσιβάτην κἀμὲ χρυσὸσ ἔπερσε μέγαν περικαλλέα τύμβον ἐλπισθείσ· (Unknown, Greek Anthology, Volume II, book 8, chapter 2093)

Synonyms

  1. wintry

  2. raging

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION