Ancient Greek-English Dictionary Language

χειμέριος

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: χειμέριος χειμέριᾱ χειμέριον

Structure: χειμερι (Stem) + ος (Ending)

Etym.: xei=ma

Sense

  1. wintry, stormy, the wintry or stormy, the most wintry, stormy, stormy, summer, wintry
  2. raging, wintry, stormy, in the winter season.

Examples

  • χειμέρια τὰ πράγματα. (Aristophanes, Acharnians, Episode 1:52)
  • ἀγαθαὶ δὲ πέλοντ’ ἐν χειμερίᾳ νυκτὶ θοᾶσ ἐκ ναὸσ ἀπεσκίμφθαι δύ’ ἄγκυραι. (Pindar, Odes, olympian odes, olympian 6 32:1)
  • θεόσ τέ οἱ τὸ νῦν τε πρόφρων τελεῖ δύνασιν, καὶ τὸ λοιπὸν <ὁμοῖα>, Κρονίδαι μάκαρεσ, διδοῖτ’ ἐπ’ ἔργοισιν ἀμφί τε βουλαῖσ ἔχειν, μὴ φθινοπωρὶσ ἀνέμων χειμερία κατὰ πνοὰ δαμαλίζοι χρόνον. (Pindar, Odes, pythian odes, pythian 5 27:2)
  • ἐν ᾧ τλάμων ὅδ’, οὐκ ἐγὼ μόνοσ, πάντοθεν βόρειοσ ὥσ τισ ἀκτὰ κυματοπλὴξ χειμερία κλονεῖται, ὣσ καὶ τόνδε κατ’ ἄκρασ δειναὶ κυματοαγεῖσ ἆται κλονέουσιν ἀεὶ ξυνοῦσαι, αἱ μὲν ἀπ’ ἀελίου δυσμᾶν, αἱ δ’ ἀνατέλλοντοσ· (Sophocles, Oedipus at Colonus, choral, epode1)

Synonyms

  1. wintry

  2. raging

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION