Ancient Greek-English Dictionary Language

χαροπός

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: χαροπός χαροπή χαροπόν

Structure: χαροπ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: xara/, w)/y

Sense

  1. glad-eyed, bright-eyed, light-blue or grayish colour
  2. sparkling with joy, joyous, gladsome

Examples

  • τοὶ δ’ ἔτι μᾶλλον ἐγειρέσθην κοτέοντε μάχεσθαι, ἀμφότεροι, χλοῦναί τε σύεσ χαροποί τε λέοντεσ. (Hesiod, Shield of Heracles, Book Sh. 16:8)
  • τοῖσ μὲν γὰρ γλαυκαί, τοῖσ δὲ μέλαιναι, τοῖσ δὲ χαροποί. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 8, book 8, chapter 48 1:1)
  • χαροποὶ δὲ κύνεσ κατόπισθεν ἕποντο τέσσαρεσ, ἠύτε φῶτεσ, ὁμόφρονεσ· (Anonymous, Homeric Hymns, 20:3)
  • οἳ δὲ μετ’ αὐτὴν σαίνοντεσ πολιοί τε λύκοι χαροποί τε λέοντεσ, ἄρκτοι παρδάλιέσ τε θοαὶ προκάδων ἀκόρητοι ἠίσαν· (Anonymous, Homeric Hymns, 7:9)
  • χείρουσ δὲ καὶ πλείουσ αἱ τοιαίδε, μικραί, γρυπαί, χαροποί, μυωποί, ἄμορφοι, σκληραί, ἀσθενεῖσ, ψιλαί, ὑψηλαί, ἀσύμμετροι, ἄψυχοι, ἄρρινεσ, οὐκ εὔποδεσ. (Xenophon, Minor Works, , chapter 3 3:1)

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION